Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jodhpur. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jodhpur. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Kεφάλαιο 25

ΤΖΙΝΤΖΕΡ




Ο οδηγός μανουβράρει το τρίκυκλο μέσα από την κίνηση, μέσα από τους σκοτεινούς δρόμους. Του έχω ζητήσει να με πάει στο σταθμό λεωφορείων, του έχω πει ότι φεύγω για τον επόμενο προορισμό μου, το Τζάισαλμερ. Η γαλάζια πόλη και πάλι με τη νύχτα γίνεται σκοτεινή πόλη, η μιζέρια η βρωμιά και η δυστυχία, μακρυά από το τουριστικό κέντρο, κρύβονται μέσα στην ίδια τους τη σκιά. Οι παρίες έχουν ανάψει φωτιές στις άκρες του δρόμου για να ζεστάνουν τα ξυλιασμένα χέρια τους. Ο πνιγηρός καπνός και η θολούρα από τα σκουπίδια και τα πλαστικά που χρησιμοποιούνται σαν προσάναμμα τα καταπίνει όλα. Φτάνουμε στο σταθμό των λεωφορείων, το ρίκσω, με ταρζανική μανούβρα, σταματάει ακριβώς μπροστά στη μεγάλη πύλη του σταθμού, εμποδίζοντας στο τσακ την έξοδο ενός πούλμαν. Σαν από θαύμα δεν τρακάρουμε, είναι ξεκάθαρο πως αυτό ακριβώς ήθελε να κάνει ο ταξιτζής, να σταματήσει το λεωφορείο. Οι δυο οδηγοί ανταλλάσσουν φωνές σε έντονο ύφος, να τα μας λέω από μέσα μου, θα πέσουν και ψιλές σε λίγο. Για να επιβεβαιώσουν την εκτίμησή μου δυο τύποι κατεβαίνουν από το λεωφορείο και έρχονται προς τα μας. Μα όχι, κάνω λάθος, δε θα πέσουν ψιλές μεταξύ τους, σε μένα φωνάζουν. Ταυτόχρονα ο ταξιτζής μου γυρίζει και αρχίζει να μου φωνάζει Τζάισαλμερ, μπας Τζάισαλμερ.
-Τζάισαλμερ; Τζάισαλμερ; μου φωνάζουν οι δυο μάγκες από το λεωφορείο.
-Τζάισαλμερ, Τζάισαλμερ, τους αντιφωνάζω και εγώ. Πέντε άνθρωποι στη μέση του δρόμου επαναλαμβάνουν για μερικά δευτερόλεπτα σαν ηλίθιοι την ίδια λέξη.
-Οκέι, ανέβα, φεύγουμε τώρα για το Τζάισαλμερ, γρήγορα, έχουμε αργήσει.
-Μα το λεωφορείο μου είναι για τις εννέα και μισή, δεν είναι για τώρα, τολμάω να ψελλίσω.
-Έχεις εισιτήριο για κάθισμα;
-Ναι φυσικά, απαντάω απορημένος, σκεπτόμενος, για τι άλλο θα έχω εισιτήριο, για κρεββάτι, ή μήπως όρθιος;
-Έλα έλα, ανέβα, φύγαμε, θα τα βρούμε στο λεωφορείο, θα σου βρούμε και κάθισμα.
Ανεβαίνουμε με το πούλμαν σχεδόν εν κινήσει, αφήνοντας τον ταξιτζή να μετρά χαμογελαστός τις ρουπίες που του έβαλα στο χέρι. Έκανε πάλι σήμερα την καλή του πράξη, βελτίωσε το κάρμα του, με έστειλε στον προορισμό μου δυο ώρες νωρίτερα.
Στο εσωτερικό του λεωφορείου επικρατεί η αναμενόμενη βαβούρα. Είναι η πρώτη φορά που μπαίνω σε ινδικό λεωφορείο. Έχοντας ωστόσο ταξιδέψει και με τραίνο, μέσες άκρες γνωρίζω τι θα βρω μπροστά μου. Από όσο μπορώ να δω είμαι ο μοναδικός τουρίστας ανάμεσα στους επιβάτες, οι υπόλοιποι είναι ντόπιοι. Μιλάνε μεταξύ τους μεγαλόφωνα, ακούνε τη δυνατή μουσική- ντόπιες επιτυχίες από τα μεγάφωνα του λεωφορείου, την ανταγωνίζονται με την παραμορφωμένη μουσική που παίζουν στα κινητά τους, μασάνε πάαν, γελάνε, μασουλανε πιτούλες, κλάνουνε, τα αναμενόμενα.
Πάνω από τα καθίσματα, δεξιά και αριστερά του διαδρόμου, εκεί που συνήθως βρίσκεται ένας χώρος για τις αποσκευές των επιβατών, παρατηρώ πως υπάρχουν διαμορφωμένοι κάτι χώροι σαν μεγάλα ντουλάπια, με φιμέ συρόμενα τζάμια για πόρτες. Προχωρώντας στο διάδρομο διαπιστώνω περί τίνος πρόκειται: είναι κουκέτες, διπλές από την αριστερή μεριά, μονές από τη δεξιά. Μέγιστη εξοικονόμηση του χώρου. Ρίχνω ματιές στο εσωτερικό, άλλωστε δεν μπορώ και να το αποφύγω, είναι στο ύψος των ματιών μου. Ντόπιοι έχουν αράξει ανάσκελα ή σε σταυροπόδι πάνω σε όχι πολύ καθαρά ασφαλώς στρώματα, αφού έχουν ξυποληθεί και ανέβει στην κλίνη τους με κάτι μικρές σιδερένιες σκαλίτσες. Μέσα από το κλειστό φιμέ κρύσταλλο με δυσκολία διακρίνω το λαμπύρισμα μιας καύτρας, οι μάγκες έχουν κλείσει την πορτούλα της κουκέτας, έχουν ανοίξει το πριβέ παράθυρό τους και πουμπώνουν την τσιγαρούκλα τους, σε λεωφορείο που κατά τα άλλα δεν επιτρέπεται το κάπνισμα. Το ύψος του διαμερίσματός τους ίσα που τους επιτρέπει να είναι καθιστοί. Αλλά σε μήκος, μια χαρά, κύριοι απλώστε ελεύθερα την αρίδα σας. Κοίτα τι υπάρχει στον κόσμο, άμα το ήξερα, ίσως να το σκεφτόμουνα να κλείσω κουκέτα στο λεωφορείο. Τελικά γιαυτό και με ρώτησε ο ελεγκτής τι εισιτήριο έχω κλείσει.
Φτάνουμε στη θέση που προορίζεται για μένα. Ο τύπος που κάθεται σε μια από τις δυο θέσεις, σηκώνεται, κάνοντάς μου νόημα να πάρω το κάθισμα δίπλα στο παράθυρο. Νυχτιάτικα και διασχίζοντας την ερημιά του Ρατζαστάν, το παράθυρο λίγα έχει να μου προσφέρει. Επιπλέον η απόσταση ανάμεσα στο δικό μου και το μπροστινό κάθισμα είναι μικρή, υπάρχει στενότητα. Με φαντάζομαι στριμωγμένο και από τις τέσσερις πλευρές , με τα γόνατα διπλωμένα. Δε θέλω να κάτσω στο παράθυρο, θέλω διάδρομο. Πολύ ωραία, φύγαμε, αρχίζω την παράσταση.
Με παντομίμα εξηγώ ότι στην πατρίδα μου έχω μηχανή ( εντάξει μάρκα και μοντέλο δεν ανέφερα) και κάποια στιγμή είχα ένα ατύχημα, τράκαρα και χτύπησα το γόνατό μου. Το καλύτερο δεν ήταν απλά η παντομίμα, φέρνω τα χέρια μπροστά, σφίγγω τις φανταστικές μανέτες της μηχανής. Αυτό που η παρέα γύρω μου γλένταγε -και λέω παρέα γιατί δεν έκανα χαρτί μόνο με το διπλανό μου και τον εισπράκτορα, είχαν γυρίσει αρκετά κεφάλια από ενδιαφέρον για τον τουρίστα με το υποκριτικό ταλέντο- ήταν η ηχητική υπόκρουση: βρουμ βρρουμμ, ιιιιιιικ (φρένο), μπαααμ!!, αααααχ! ωωωωχ! ( μορφασμός πόνου και ταυτόχρονα πιάσιμο γόνατος). Αυτοί λοιπόν, είναι οι λόγοι, εκλεκτοί συνεπιβάτες, δια τους οποίους θα προτιμούσα να κάτσω από την πλευρά του διάδρομου, ούτως ώστε να μπορώ να τεντώνω το λαβωμένο μου γόνατο, που η μοίρα το έφερε και μου είναι αβάσταχτο να το κρατάω λυγισμένο για πολλή ώρα. Ο διπλανός μου δέχτηκε χωρίς κανένα παράπονο. Οι γύρω μου μόνο που δε χειροκροτήσανε το σόου. Τελικά η παράσταση στάθηκε αρκούντως πειστική. Άλλωστε ήταν αληθινή ιστορία. Μόνο που είχα κοπανήσει το άλλο γόνατο.
Πέραν της παντομίμας από νωρίς κατάλαβα πως δεν είχαμε άλλα περιθώρια επικοινωνίας με τους συνταξιδιώτες μου. Εκείνοι δεν ήξεραν αγγλικά, εγώ ούτε μια από τις γλώσσες της Ινδίας. Υπήρχε όμως μια καλή διάθεση, χαμόγελα και από μένα και από αυτούς. Εκείνοι χαμογελούσαν όταν τους προσέφερα τσίχλα, για να μου δείξουν με τα κατακόκκινα και σε άτακτη υποχώρηση ούλα τους ότι ευχαριστούμε τουρίστα, δεν θέλουμε την τσίχλα σου, μασάμε το δικό μας πράγμα, το πάαν μας κρατάει σε εγρήγορση. Εγώ πάλι χαμογελούσα γιατί μου είχε φανεί τουλάχιστον ενδιαφέρον το γεγονός ότι πήρα το λεωφορείο για το Τζάισαλμερ πολύ νωρίτερα από το κανονισμένο δρομολόγιο. Και μάλιστα με ενεργή συμμετοχή του ταξιτζή, που ρίσκαρε τη σωματική του ακεραιότητα- και τη δική μου πλάκα πλάκα -προκείμενου να μη χάσω το πούλμαν. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες είναι πάντα ευπρόσδεκτες.
Περίπτωση να διαβάσω στο λεωφορείο δεν υπήρχε καμμία. Ο φωτισμός ήταν φτωχός και κουραστικός και επιπλέον ο δρόμος συμμετείχε με αξιώσεις στο διεθνή διαγωνισμό λακκούβας, κατηγορία εθνικών οδών. Εκμεταλλεύομαι το νεκρό χρόνο του ταξιδιού και προχωρώ στην απαραίτητη επιδιόρθωση του λουριού της αποσκευής μου. Ψαλίδι δεν έχω, προσπαθώ να κόψω τον ιμάντα με την ανώφελη τελικά βοήθεια του νυχοκόπτη μου. Ο άνδρας που κάθεται στο απέναντι από το διάδρομο κάθισμα, με παρατηρεί σε αυτό που προσπαθώ να κάνω, βγάζει από κάπου ένα λεπίδι, προσφέρεται να με βοηθήσει. Κόψιμο, πέρασμα του λουριού από τη σχισμή, διπλός κόμπος από μέσα, είμαστε έτοιμοι. Αμφότεροι χαμογελάμε με το ευτυχές αποτέλεσμα της συνεργασίας μας. Αλληλεγγύη μεταξύ συνταξιδιωτών.
Η κόρνα του λεωφορείου κατά τα φαινόμενα ήταν συνδεδεμένη με το πετάλι του γκαζιού: όσο προχωρούσε το όχημα, κόρναρε. Αλλά τελικά δεν ήταν αλήθεια, γιατί κόρναρε και σταματημένο.
Κόρναρε γενικώς. Απότομα γκάζια, σταματήματα, σφήνες, κοψίματα του τιμονιού λες και είναι παπάκι, δημιουργική οδήγηση. Και από θέση ισχύος, όσο πιο μεγάλο είναι ένα όχημα στους δρόμους αυτής της χώρας, τόσο πιο δίκιο έχει σε θέματα προτεραιότητας.
Το σκηνικό έξω από το λεωφορείο μπορούσα μόνο να το μαντέψω,. Εκτός από τα λίγα μικρά χωριά που διασχίσαμε, σκοτεινά κι αυτά, η υπόλοιπη διαδρομή ήταν βουτηγμένη στην πίσσα της νύχτας. Μόνα φώτα οι προβολείς από τα οχήματα της αντίθετης κατεύθυνσης.
Το λεωφορείο σταματάει, όχι λόγω κίνησης ή έργων ή κάποιας κατεβασμένης μπάρας έλεγχου στο δρόμο, αλλά κανονικά, στάση για ξεμούδιασμα. Κατεβαίνω και εγώ με τους υπόλοιπους, να ξεκουραστώ όρθιος, που είμαι τόση ώρα καθιστός, να τεντώσω και το λαβωμένο μου γόνατο. Διαπιστώνω ότι τελικά δεν είμαι ο μόνος τουρίστας στο λεωφορείο, πίσω πίσω καθόταν και ένα ζευγάρι από την Ιταλία. Οι κακόμοιροι είχαν μια μόνιμη έκφραση αποστροφής στα πρόσωπα τους, κοίταζαν γύρω τους με απροκάλυπτη αηδία. Έδειχναν να μην ήθελαν να ακουμπήσουν πουθενά, μη τυχόν και βρωμιστούν, μασούλαγαν τα κρακεράκια τους και πίνανε το νερό τους. Η στάση του λεωφορείου ήταν μια σειρά από παραγκομάγαζα, παραταγμένα με αποκλειστικό σκοπό να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους επιβάτες. Εδώ τηγανίζανε νταλ, δίπλα ετοίμαζαν τσάι, παραδίπλα έβραζαν γάλα σε ένα μεγάλο καζάνι και το σέρβιραν θεαματικά σε ποτήρια, χύνοντάς το με μια κουτάλα από ψηλά, παρακάτω πουλούσαν πάαν. Και όλα κάτω την εκκωφαντική μουσική υπόκρουση της παράγκας που πουλούσε πειρατικές κασσέτες με ινδική μουσική. Προχωράω προς τον τσαγά προκείμενου να πιω ένα μασάλα τσάι για να ζεσταθώ. Από την πρώτη γουλιά καταλαβαίνω πως το τσάι αυτό είναι διαφορετικό από όσα μου έχουν προσφέρει ως τώρα. Είναι εξαιρετικά πικάντικο, καίει τον ουρανίσκο και το λαιμό καθώς κατεβαίνει. Είναι το τζίντζερ που κάνει τη διαφορά. Ο τσαγάς πετάει στην κατσαρόλα με το τσάι ένα χοντρό κομμάτι φρέσκιας ρίζας τζίντζερ αφού πρώτα το κοπανήσει καλά για να βγει το άρωμά του. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά υπέροχο, το γλυκό, καυτό, λιπαρό τσάι απογειώνεται με αυτό το μπαχαρικό, το νιώθεις να σε ξυπνά και να σε τονώνει στη στιγμή. Οι άλλοι επιβάτες, όσοι δίπλα μου απολαμβάνουν το τσάι από το ποτήρι τους, βλέπουν την αντίδρασή μου, χαμογελώντας γνέφουν καταφατικά, είναι καλό, χειρονομούν σφίγγοντας τη γροθιά τους, σε κάνει δυνατό αυτό το τσάι.
Ρωτάω έναν ντόπιο πού είμαστε. Δεν με καταλαβαίνει. Πάμε πάλι με τα νοήματα. Του δείχνω προς την κατεύθυνση από όπου ήρθαμε, εκεί Τζόντπουρ, οκέι; Μετά του δείχνω την κατεύθυνση που πάει το λεωφορείο, εκεί Τζάισαλμερ, εντάξει; Του δείχνω τέλος το χώμα, εδώ μεγάλε, αυτό το μέρος πώς το λένε;
-Πόκραν, Πόκραν...
Από όσο μπορούσα να δω από τη στάση του λεωφορείου, ήταν μια πόλη στη μέση του πουθενά.
Αργότερα θα μάθω ότι αυτή η πόλη του Ρατζαστάν, χτισμένη στη μέση της ερήμου Ταρ, έχει τη δική της θέση στην ιστορία της σύγχρονης Ινδίας. Σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος έγιναν οι δοκιμές των πυρηνικών όπλων της Ινδίας, τοποθετώντας τη ανεπιστρεπτί στο χάρτη των κρατών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Οι πυρηνικές εκρήξεις που έγιναν εδώ, στη μέση της ερήμου, χάρισαν ένα παράξενο χαμόγελο στα κατακόκκινα από τα μπέτελ χείλη των Ινδών. Δεν έχουμε βρακί να βάλουμε, αλλά είμαστε πυρηνική υπερδύναμη.
Ήταν ώρα να ανεβούμε και πάλι στο λεωφορείο. Τα αρωματικά στικ που είχε ανάψει ο οδηγός στο ταμπλώ, σαν προσφορά μπροστά στην εικονίτσα της προστάτιδος θεότητας για τις εθνικές οδούς, για τις λακκούβες και για τα σκασμένα λάστιχα, είχαν καεί και αρωματίσει το λεωφορείο. Ήταν η δική μας σειρά, των επιβατών, να αρωματίσουμε τον αέρα του πούλμαν, για άλλες τρεις ώρες ακόμα. Συνολικά έξι, για τα περίπου τριακόσια χιλιόμετρα, από τη Γαλάζια, ως τη Χρυσή Πόλη.



Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Κεφάλαιο 24

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ





Το Pal Haveli δείχνει να είναι ένα πολυτελές ξενοδοχείο, τουλάχιστον για τα δεδομένα του Τζόντπουρ, ή μάλλον συγκρινόμενο με τα ξενοδοχεία που ως τώρα έχω καταλύσει κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Ινδία. Στεγάζεται σε ένα πολύ όμορφο κτίριο που στο παρελθόν ήταν η κατοικία κάποιου σημαντικού τοπικού παράγοντα, ένα παλάτι δηλαδή. Παρά το γεγονός ότι οι μέρες της ακμής έχουν από καιρό παρέλθει, το μέγαρο διατηρεί μεγάλο κομμάτι της αίγλης του και εξακολουθεί να δεσπόζει στην κεντρική πλατεία της παλιάς πόλης. Φιγουράρει θεαματικό στο χρώμα της ώχρας και του βύσσινου, με θολωτά παράθυρα και καφασωτά, με μεγάλους ελέφαντες ζωγραφισμένους εκατέρωθεν της εισόδου, τουριστομαγνήτης.
Η ταράτσα του έχει διαμορφωθεί σαν εστιατόριο-καφέ και προσφέρει ένα πολύ θελκτικό πανόραμα της πόλης και του φρουρίου, πάνω από το παζάρι της πλατείας με το μεγάλο ρολόι. Αυτή τη θέα αποφασίζω να εκμεταλλευτώ για να πιω ένα τσάι ακόμα, το τελευταίο μου στη γαλάζια πόλη.
Περιμένω να έρθει η παραγγελία μου χαζεύοντας διαδοχικά το μελίσσι του δρόμου από κάτω και γύρω στην πλατεία, το φρούριο στο λόφο όπως φωτίζεται γλυκά από το πλάγιο ζεστό ήλιο του απογεύματος, τους τουρίστες σαν και εμένα, κατά πάσα πιθανότητα και πελάτες του ξενοδοχείου, που είναι καθισμένοι στα γύρω τραπέζια, τρώγοντας ινδικές σπεσιαλιτέ με μαχαιροπήρουνα.
Χωρίς να το θέλω, το βλέμμα μου σταματάει στην ξανθή Βαλκυρία που μοιράζεται το απέναντι τραπέζι με το Ζαχαρία της. Μόλις έχει σαβουρώσει το τάλι της με μπόλικες πίτες τσιαπάτι και με τη συνοδεία κόκα κόλας. Στο τραπέζι φιγουράρει ο γνωστός ογκώδης τουριστικός οδηγός. Σηκώνει το γαλάζιο βλέμμα της από την άδεια πλέον πιατέλα, ψάχνοντας το σερβιτόρο. Όταν εκείνος την πλησιάσει για να ακούσει την επιθυμία της, εκείνη ως άλλος Πόντιος Πιλάτος, θα του ζητήσει να της φέρουν ένα μπωλ με ζεστό νερό για να νίψει τας χείρας της. Ο σερβιτόρος, κοιτώντας τη αμήχανα για μερικά δευτερόλεπτα, απομακρύνεται στο βάθος του εστιατορίου. Βλέπω το Ζαχαρία να κοιτά με απορία τη σύντροφό του, εκείνη του επιστρέφει το βλέμμα με ύφος “έννοια σου, ξέρω τι κάνω...”.
Είναι τώρα η σειρά του αρχισερβιτόρου να πλησιάσει το τραπέζι του απαιτητικού ζευγαριού. Η Βαλκυρία θα επαναλάβει και σ'αυτόν την επιθυμία της. Ο αρχισερβιτόρος αφού την ακούσει υπομονετικά, της προτείνει με ευγένεια να επισκεφτεί την τουαλέτα του εστιατορίου, στην οποία θα βρει ο,τι χρειάζεται, και με το παραπάνω, για να πλύνει τα χεράκια της. Ένας μορφασμός δυσαρέσκειας ζωγραφίζεται το πρόσωπο της τουρίστριας, καθώς σηκώνει τα 180 εκατοστά του ύψους της, γαμώτο, δείχνει να σκέφτεται, μπερδεύτηκα, αυτό το συνήθειο είναι από άλλη χώρα. Περπατά βαριά με τις σαγιονάρες της και την παραγεμισμένη βερμούδα της κατά μήκος του διαδρόμου ανάμεσα στα τραπέζια. Τα γκαρσόνια μοιράζονται συνωμοτικά κρυφά χαμόγελα.
Το βλέμμα μου περιπλανιέται στην πανοραμική θέα της ταράτσας. Από κάτω μας, το λεφούσι της αγοράς γύρω από το μεγάλο ρολόι της πλατείας συνεχίζει το βουητό του. Τα μεγάφωνα ηχούν μέχρι εδώ, με τα ινδικά ώπα ώπα τραγούδια και την παραμορφωμένη φωνή να διαλαλεί τα εμπορεύματα προς πώληση... Οι κόρνες κρατάνε το ίσο, ποδήλατα, τρίκυκλα και αραμπάδες φορτωμένοι με σακιά διανύουν διασταυρούμενες τροχιές, περνάνε κάτω από τις αψίδες- εισόδους στην παλιά πόλη, αποφεύγοντας τη σύγκρουση ως δια μαγείας την τελευταία στιγμή. Το φρούριο δεσπόζει πάνω από την πόλη, τα πέτρινα τείχη του, λουσμένα στο φως το πρωί, γήινα τώρα την ώρα του δειλινού, μοιάζουν φυσική σχεδόν συνέχεια των απότομων βράχων του λόφου. Ο ουρανός και τα σύννεφα που όλο και πυκνώνουν, καθρεφτίζονται στα ακίνητα νερά της μεγάλης δεξαμενής. Το φως αλλάζει γρήγορα, η μέρα τελειώνει, ακόμα και τα υδρόβια πουλιά σιγά σιγά αναπετούν πάνω από τις σημαδούρες της τεχνητής λίμνης για να κουρνιάσουν στις φωλιές τους. Ώρα να την κάνω σιγά σιγά και εγώ από το Τζόντπουρ.
Στο δρόμο της επιστροφής στο ξενοδοχείο, όπου με περιμένει η αποσκευή μου, τις ξαναβλέπω: είναι ακόμα εκεί, μετά από τόσες ώρες. Οι γυναίκες που τραγουδούν.
Τις είχα δει για πρώτη φορά το μεσημέρι, γυρίζοντας από τους Umaid Gardens. Η μάλλον, για να λέμε τα πράγματα σωστά, πρώτα τις άκουσα. Οι φωνές τους συνοδευόμενες από το ρυθμό ενός τυμπάνου με τράβηξαν προς το μέρος τους. Πλησιάζοντας από μακρυά μπορούσα να δω μόνο τις πλάτες τους. Ήταν καλυμμένες μέχρι το κεφάλι με πολύχρωμα σάρι.
Το θέαμα που προσέφεραν ήταν μια πανδαισία χρωμάτων. Φούξια, λαχανί, κόκκινο, γαλάζιο, κίτρινο. Χρώματα εντυπωσιακά έντονα, σχεδόν ηλεκτρικά κάτω από το μεσημεριάτικο ήλιο. Τα ρούχα τους, προφανώς τα γιορτινά τους, ήταν πεντακάθαρα, χωρίς ίχνος λεκέ ή βρωμιάς. Στη μέση του δρόμου, στη μέση της πόλης, στη μέση της Ινδίας. Πώς τα καταφέρνανε; Στα μέρη αυτά, όσο φτωχός και να είναι κάποιος, σχεδόν πάντα έχει μια φορεσιά που κρατάει για εορταστικές περιστάσεις. Έστω για μια μέρα, ακόμα και ένας μπατίρης μπορεί να εμφανιστεί στην κοινωνία ντυμένος σαν πρίγκηπας.
Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, η αντίστιξη ανάμεσα στα ζωηρόχρωμα σάρι των γυναικών και στον περιβάλλοντα χώρο είναι αισθητή. Τα μικρομάγαζα τριγύρω, ακόμα κι αν είναι βαμμένα γαλάζια, έτσι όπως πνίγονται στη σκόνη του δρόμου και τη βρωμιά της καθημερινότητας, δεν μπορούν να συναγωνιστούν τις φορεσιές των γυναικών.
Ήταν καθισμένες κατάχαμα, πάνω σε πατανίες που είχαν στρώσει στην άκρη ενός πολυσύχναστου και θορυβώδους δρόμου της αγοράς, στην παλιά πόλη, δίπλα σε ένα παραγκομάγαζο που πουλούσε καλάθια, καλαμωτές, κουλούρες από κανναβόσχοινο, στρογγυλές κανάτες για νερό και άλλα παρόμοια τσουμπλέκια οικιακής χρήσης.
Όλες κι όλες ήταν περίπου πενήντα στον αριθμό. Στην ηλικία, από όσο ήμουν σε θέση να καταλάβω, ήταν από τα σαράντα και πάνω. Μεσόκοπες γυναίκες με πρεσβυωπικά γυαλιά πάνω από τα τροφαντά τους μάγουλα, κόκκινες βούλες στο μέτωπο, γιαγιάδες με φαφούτικα στόματα και πρόσωπα γεμάτα αυλακιές και βαθιές ρυτίδες, μάτια θολά από τη σκόνη και την αντηλιά του μεσημεριού.
Στην κορυφή της ομήγυρης, ένας έφηβος κρατούσε το ρυθμό με ένα τύμπανο. Τρεις τέσσερις γυναίκες δίπλα του βαράνε μικρά κύμβαλα σαν τα δικά μας ζίλια με τα δυο τους χέρια. Δημιουργούσαν έτσι την κατάλληλη ρυθμική υπόκρουση για το τραγούδι των υπολοίπων,οι οποίες συνάμα χτυπούσαν χαλαρά παλαμάκια.
Ανάμεσα στις καθισμένες γυναίκες κυκλοφορούσε ένας άλλος νέος άνδρας, με μια μια κανάτα και ένα ποτήρι, και τα δυο μεταλλικά, στα χέρια του. Είχε επιφορτιστεί με το να κερνάει τις γυναίκες νερό, αυτές έπαιρναν το ποτήρι με το δεξί, έπιναν δίχως να αγγίξει το ποτήρι τα χείλη τους, έδιναν στη διπλανή τους. Ανάμεσα στις κυρίες κυκλοφορούσαν και μερικά πιτσιρικάκια, προφανώς παιδιά ή παιδιά των παιδιών τους. Χαζεύουν αυτό που συμβαίνει, ίσως και να βαριούνται, παίζουν με ο,τι υπάρχει διαθέσιμο, πάντα έτοιμα για σκανταλιές. Θέλοντας και μη, σίγουρα έχουν πατήσει το κουμπί της εγγραφής στο εσωτερικό τους κασετόφωνο. Θα μεγαλώσουν με αυτούς τους ήχους, οι ρυθμοί και οι μελωδίες γράφονται από νωρίς στο υποσυνείδητό τους, θα γίνουν κομμάτι του εαυτού τους.
Με αυτόματες κινήσεις βγάζω τη φωτογραφική μηχανή, τραβάω μερικές πόζες, τραβάω βίντεο για ένα δυο λεπτά. Δεν είμαι σίγουρος τι είδους αντίδραση θα συναντήσω από τις γυναίκες. Το βλέμμα μου συναντιέται με αυτό του νέου που βαράει το κρουστό: χαμογελαστός του δείχνω με προτεταμένο τον αντίχειρα προς τα πάνω ότι μου αρέσει αυτό που βλέπω και ακούω. Η αντίδρασή του κινείται στο ίδιο μήκος κύματος, χαμογελάει και εκείνος, γελάει τώρα μαζί με τις διπλανές του, μιμείται τη χειρονομία μου. Για εκείνον είμαι εγώ αυτός που προσφέρει το θέαμα, με τη μηχανή μου και τις αμήχανες κινήσεις μου και τις χαζές χειρονομίες μου. Μάλιστα.
Οι γυναίκες είναι καθισμένες σταυροπόδι, με μέτωπο στραμμένο προς ένα ξεχαρβαλωμένο τραπέζι-θρανίο, το οποίο ήταν στρωμένο με ένα κόκκινο ύφασμα. Πάνω σε αυτή την αυτοσχέδια τράπεζα δέσποζε η κορνιζαρισμένη φωτογραφία μιας ηλικιωμένης κυρίας. Η φωτογραφία ήταν στολισμένη με ένα περιδέραιο από χρυσάνθεμα, και δίπλα της, ακουμπισμένα στο τραπέζι και σε δυο ετοιμόρροπα ράφια πάνω από τη φωτογραφία, ένα θυμιατό με δυο τρία αναμμένα αρωματικά στικ, ένα μικρό βάζο με τρία πλαστικά κόκκινα τριαντάφυλλα, ένα καντηλάκι, ένα πιατάκι με κάποια προσφορά, ένα χάλκινο ποτήρι, κάτι άλλες εικονίτσες. Είναι προφανές πως η εκδήλωση αυτή λαμβάνει χώρα προς τιμήν της γυναίκας αυτής, ασφαλώς μακαρίτισσας.
Ωστόσο οι γυναίκες που μαζεύτηκαν να την τιμήσουν δεν ήρθαν να την κλάψουν, να την τραγουδήσουν ήρθαν. Στο δικό μας πολιτισμό, τέτοιου είδους λατρευτικές εκδηλώσεις δεν προορίζονται για απλούς θνητούς. Μόνο για τους αγίους, ίσως, και για την Παναγία και τις θαυματουργές της εικόνες. Δεν μπορώ να αποφύγω τον παραλληλισμό αυτού που συμβαίνει μπροστά μου με άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις πίστης, πιο οικείες. Πιθανά κατάλοιπα προχριστιανικών λατρευτικών εθίμων, που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας ενσωματωμένα στη χριστιανική πίστη. Ίσως αυτό να είναι το κοινό σημείο, ακόμα και αν το χάσμα, πολιτισμικό και ιστορικό, μοιάζει αγεφύρωτο. Πολύ παλιά γυναίκες ήταν αυτές που είχαν επιφορτιστεί με τη λατρεία πανάρχαιων μητριαρχικών θεοτήτων όπως η Αστάρτη. Τη σύγχρονη εποχή, γυναίκες ως επί το πλείστον ξενυχτούν στο προαύλιο της Μεγαλόχαρης για να δουν τη Χάρη της να περπατά ανάμεσά τους, να τις χαιρετά από την εκκλησία και να κάνει κάθε χρόνο τα θαύματά της. Πόσο αγαπημένη είναι η Παναγία ανάμεσα στις τσιγγάνες που κάθε χρόνο εκπληρώνουν το τάμα τους στην Τήνο. Και εδώ, στην άλλη άκρη του κόσμου, γυναίκες μιας θρησκείας που μπορεί να διακρίνει το Θείο σε οποιαδήποτε έκφανση του και σε οποιαδήποτε μορφή, σε οποιαδήποτε φάση της καθημερινότητας, οι γυναίκες μαζεύονται και τραγουδάνε για να τιμήσουν την αγία εκλιπούσα. Ίσως όχι σαν θεά, αλλά μάλλον σαν άνθρωπο, και καλύτερα έτσι. Για ώρες.
Έχει σχεδόν νυχτώσει πια τώρα που τις ξαναβλέπω στο ίδιο σημείο να συνεχίζουν το τραγούδι τους. Σταματάνε για λίγο, μετά ξεκινούν και πάλι. Αν και έχουν περάσει αρκετές ώρες, δεν δείχνουν ιδιαίτερα κουρασμένες. Είναι η πίστη τους που τους δίνει δυνάμεις. Αναρωτιέμαι μέχρι τι ώρα θα τραβήξει το σκηνικό, θα το ξενυχτήσουν κιόλας, μέχρι πού θα πάει η βαλίτσα;
Δεν θα το μάθω βεβαίως ούτε αυτό, κάποια στιγμή πρέπει να σκεφτώ και τη δική μου τη βαλίτσα. Η οποία ξέρω πού πάει, στο Τζάισαλμερ πάει.
Δίπλα στις πιστές που τραγουδούν, η ζωή της πόλης δείχνει να συνεχίζει απαράλλαχτη. Μηχανάκια και φορτηγά περνούν από δίπλα τους μαρσάροντας, οι έμποροι συνεχίζουν τα αλισβερίσια τους, οι ταξιτζήδες τα παζάρια τους, τα ποδήλατα τις σφήνες τους, οι αγελάδες το μασούλημά τους. Και εγώ το περπάτημα για την τελευταία πια στάση στο ξενοδοχείο. Μαζεύω το σάκο μου, αποχαιρετώ εγκάρδια τη μαμά-μαγείρισσα του ξενοδοχείου και βγαίνω στο δρόμο. Μετά από το εθιμοτυπικό παζάρεμα με το ταξιτζή, έτσι για να μη χάνουμε τη φόρμα μας, μπαίνω στο ρίκσω με προορισμό το σταθμό των λεωφορείων. Μπαίνοντας στο πίσω κάθισμα, το κλιπ του λουριού του σάκου μου διαλύεται. Από το πρωί με περίμενε μόνη της στο ξενοδοχείο η αποσκευή μου, την άφησα όλη μέρα μέρα μόνη της, και τώρα με εκδικείται.



Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Κεφάλαιο 23



SHANTI SHANTI






Είναι η τελευταία μου ημέρα στο Τζόντπουρ και αποφάσισα να πάρω άδεια. Να αράξω. Νιώθω την ανάγκη να κατεβάσω το ρυθμό μου ένα δυο κλικ. Την χθεσινή μέρα την πέρασα τρέχοντας από εδώ και από εκεί, σαν κουρδιστός, μην και μου ξεφύγει τίποτε από τα αξιοθέατα της πόλης. Σιγά. Κάτι και τα δέκατα που με πριονίζανε κάθε απόγευμα, κάτι και η διάρροια που άρχιζε δισταχτικά να διεκδικεί το ρόλο της στο καθημερινό πρόγραμμά μου, όλα μαζί με κάνουν να θέλω να ξεκουραστώ λίγο.
Να παραμείνω στο ξενοδοχείο όλη μέρα, ούτε λόγος. Δεν είμαι και ετοιμοθάνατος να χάσω την ώρα μου στο δωμάτιο. Επιπρόσθετα, ο κανονισμός του ξενοδοχείου προέβλεπε να αφήσω το δωμάτιο στις εννέα το πρωί. Το σάκο μου τον έχω αποβραδίς έτοιμο, τον εμπιστεύομαι στη μαμά-μαγείρισσα του ξενοδοχείου, και στο δρόμο. Μπροστά μου δώδεκα ώρες χαλαρά και χωρίς πρόγραμμα. Το λεωφορείο που θα με πάει στο Τζάισαλμερ φεύγει στις εννέα και μισή το βράδυ.
Η λιακάδα του Ρατζαστάν είναι το κάτι άλλο. Όπως και στο Βαράνασι, ένιωθα πραγματικά τυχερός που ο ήλιος με κερνάει τη ζεστασιά του, στη μέση του χειμώνα, ειδικά όταν φέρνω στο μυαλό μου τις θερμοκρασίες στην Ευρώπη. Λοιπόν πού μπορώ να απολαύσω τον ήλιο καλύτερα από ότι σε ένα πάρκο, μακρυά από τη φασαρία και τη βουή της πόλης;
Οι Umaid Gardens στο χάρτη φαινόντουσαν πολύ κοντά στην παλιά πόλη, βρίσκονταν σχεδόν εφαπτόμενοι στα τείχη της. Στην πραγματικότητα τελικά αποδείχτηκε πως απείχε αρκετά. Σίγουρα το γεγονός ότι κινήθηκα σε άγνωστη περιοχή έκανε τη διαδρομή να δείχνει μακρύτερη. Ρωτώντας πας στην πόλη, ρωτώντας και στο πάρκο. Χρειάστηκε να μπω στον κόπο να ρωτήσω τρεις τέσσερις φορές, οι άνθρωποι που ρώτησα μου φαινόντουσαν παραζαλισμένοι στη βαβούρα του δρόμου, δεν ήξεραν, δε θυμόντουσαν πού είναι το πάρκο, έμοιαζαν να καταβάλλουν προσπάθεια προκειμένου να θυμηθούν πού στην ευχή μπορεί να έχει κρυφτεί ένας κήπος στην τσιμεντένια ζούγκλα. Κινήθηκα κατά μήκος μιας μεγάλης λεωφόρου που τραβούσε μακρυά από το κέντρο, προς εκεί όπου η πόλη αναπτύχθηκε, με άναρχο τρόπο.
Το στοιχείο που έδινε εδώ τον τόνο ήταν η σκόνη. Στην άκρη του δρόμου σχημάτιζε λοφάκια, θίνες σχεδόν, σαν η έρημος να έχει εισβάλλει στην πόλη και να θέλει να την καταπιεί. Σηκωνόταν στον αέρα, κάνοντάς τον πνιγηρό, καθώς αυτοκίνητα και φορτηγά και τρίκυκλα ορμούσαν προς κάθε κατεύθυνση μαρσάροντας κλάνοντας και κορνάροντας. Λεωφορεία σταματούσαν στις στάσεις, ο εισπράκτορας ξεπρόβαλλε από την πόρτα φωνάζοντας τον προορισμό. Στα πεζοδρόμια ντουζίνες από μπατίρηδες ακόμη κοιμούνται στον ήλιο τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους, πάνω στις πλάκες και τα τσιμέντα. Προσπερνώ ένα εμπορικό κέντρο που φυλάσσεται από σεκιουριτάδες με γελοία παράταιρες στολές. Στο ισόγειο κάτι γκομενίτσες με χαμηλοκάβαλα τζην και κοντά μπλουζάκια μπαίνουν χαζογελώντας στα McDonald's. Η γλυκιά ζωή λοιπόν εδώ είναι, όλοι εδώ θέλουν να έρθουν.
Περνάω έξω από δυο κτίρια όπου κάτι μεγάλες ταμπέλες με πληροφορούν ότι πρόκειται για μουσεία. Για να ρίξουμε μια ματιά. Μπαίνοντας στο προαύλιο, ρωτάω ένα μυστακοφόρο άνδρα πού είναι η είσοδος, γιατί εγώ δεν καταλάβαινα πού βρισκόταν. Η είσοδος που έβλεπα φαινόταν σε αχρησία. Ούτε αυτός καταλάβαινε πού είναι η είσοδος του μουσείου στο οποίο δούλευε, ή τουλάχιστον δεν καταλάβαινε τι δεν καταλάβαινα εγώ. Προχωρώ προς την κύρια είσοδο, τη βρίσκω κλειδωμένη. Συνεχίζω στο πλάι του κτιρίου, μπαίνω μέσα. Διάδρομοι με τουριστικές πολυκαιρισμένες αφίσες, πόρτες με ταμπέλες στα χίντι, κλειδωμένες. Περιφέρομαι ασκόπως ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σκάλες, δοκιμάζοντας κλειδωμένες πόρτες, διασχίζοντας διαδρόμους. Γύρω μου ψυχή. Δημόσιο φορέβερ. Έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι στα ιατρεία του ΙΚΑ και ψάχνω το γιατρό που δεν θα έρθει ποτέ, όλοι την έχουν κοπανήσει από μια υπηρεσία που τυπικά λειτουργεί. Με τα πολλά βρίσκω έναν κύριο καθισμένος σε ένα γραφείο, να ακούει ραδιόφωνο και να είναι απασχολημένος σπρώχνοντας τα μολύβια του το ένα πίσω από το άλλο σαν τραινάκι, ο οποίος χαμογελαστός μου λέει πως ναι, είμαι στο μουσείο, το οποίο όμως είναι κλειστό λόγω εργασιών ή κάτι τέτοιο, όχι, δεν θα ανοίξει σήμερα. Σκέφτομαι πως έχω χάσει δέκα λεπτά από τη ζωή μου στο μουσείο γραφειοκρατικής καρεκλοκενταυροσύνης και δημοσιοϋπαλληλικής κοπάνας. Φεύγω βιαστικά, τινάζοντας την καφκική σκόνη από πάνω μου.
Μετά από ένα μισάωρο περίπου ξεχωρίζω την είσοδο του πάρκου, ανάμεσα στους παρκαρισμένους ταξιτζήδες και τα υπαίθρια λουλουδάδικα. Μέσα, οι εικόνες που βλέπω μου φέρνουν στο μυαλό το Πεδίο του Αρεως στην Αθήνα: γκαζόν, παιδιά (και ενήλικες) με ποδήλατα βολτάρουν στους διαδρόμους ανάμεσα στις πρασιές. Οικογένειες έχουν στρώσει και κάνουν πικ νικ στα χορτάρια. Πιο κάτω πηγαδάκια από ατάραχους άνδρες, μισοξαπλωμένους στα γρασίδια, μασάνε πάαν και μοιάζουν να προσμένουν κάτι να τους τραβήξει την προσοχή, να ασχοληθούν, αν και δεν είναι σίγουρο ότι εκείνο θα έρθει, μάλλον το αντίθετο. Πιτσιρικάδες παίζουν το διεθνώς διαδεδομένο παιχνίδι με τις μπίλιες. Και φυσικά την εθνική εμμονή της Ινδίας, κρίκετ.
Ανάμεσα στα γρασίδια και τα δέντρα και τις πρασιές φιλοξενείται ένας ζωολογικός κήπος. Ο τεράστιος ελέφαντας. Οι κροκόδειλοι. Η αρκούδα. Δεν μπήκα καν στον πειρασμό να τον επισκεφτώ, όχι γιατί τσιγκουνεύτηκα το εισιτήριο, άλλα γιατί ποιος θέλει να δει μια χούφτα ψωριασμένα και μίζερα άγρια ζώα στην αιχμαλωσία, να τριγυρίζουν σα χαμένα πίσω από κάγκελα;
Το μόνο κλουβί που βρισκόταν αφύλακτο, χωρίς εισιτήριο, παραμελημένο και αδιάφορο, ήταν αυτό των πιθήκων. Κάθονται μαραμένοι και ψειρίζονται πίσω από το συρματόπλεγμα. Έμοιαζε κατάρα, σχεδόν ειρωνικό, να είσαι φυλακισμένος πίσω από σίδερα, περιορισμένος σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, την ίδια στιγμή που στη χώρα σου ο πληθυσμός των ελευθέρων πιθήκων φτάνει τον πληθυσμό των ανθρώπων, και όταν στην ίδια πόλη κυκλοφορούν ελεύθερα τα ξαδέρφια σου από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Γαμώτο, ήταν ανάγκη να πιάσουν έμενα;
Στο κέντρο του πάρκου στεγάζεται ένα μουσείο ακόμα, το οποίο -τι σύμπτωση- ήταν επίσης επ'αόριστον και μέχρι νεοτέρας κλειστό λόγω εργασιών, ή κάτι τέτοιο. Στους πέτρινους τοίχους του σκαρφαλώνουν και λιάζονται σκανταλιάρικα σκιουράκια με μάτια σα χάντρες. Ευτυχώς για τα ξαδερφάκια του Τσιπ και του Ντέηλ δεν προβλέπονται κλουβάκια στο ζωολογικό κήπο.
Έχω συνηθίσει πλέον στο να με προσεγγίζει κάποιος όταν κάθομαι κάπου ήσυχος ήσυχος και δεν κάνω τίποτε. Τις περισσότερες φορές βέβαια αυτός που με πλησιάζει θέλει κάτι παραπάνω από απλή επικοινωνία, θέλει να μου πουλήσει κάτι. Σπανιότερα αυτό γίνεται απλά για λόγους κοινωνικότητας. Ο Anil αποδείχτηκε τελικά πως ανήκει σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Ήμουν χαλαρά απλωμένος σε ένα παγκάκι του πάρκου και ευχαριστιόμουν τη λιακάδα όταν ένας νέος γύρω στα είκοσι ήρθε και μου έπιασε κουβέντα. Δεν είναι σπάνιο κάποιος- συνήθως νέος – να αρχίσει να σου μιλά μόνο και μόνο για να κάνει εξάσκηση στα αγγλικά του. Θεωρείται -και είναι- ένα σημαντικό προσόν, απαραίτητο για οποιοδήποτε ονειρεύεται να κάνει κάτι παραπάνω στην αγορά της Ινδίας από μια χειρωνακτική δουλειά.
Όλοι οι νέοι στην Ινδία θέλουν να γίνουν μηχανικοί, τουλάχιστον οι περισσότεροι με τους οποίους επικοινώνησα εγώ. Αυτό σπουδάζει και ο Anil. Μπορείς να τον κατηγορήσεις για τη φιλοδοξία του; Ασφαλώς όχι. Αυτή την εποχή όλη η Ινδία ανασκάπτεται. Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας ακούγεται εξωπραγματικός, αλλά παντού γίνονται μεγαλόπνοα έργα με εξωφρενικούς ρυθμούς. Ολοκληρώνονται στο μισό χρόνο ή και λιγότερο από αυτόν που θα χρειαζόταν για να ολοκληρωθούν στην Ευρώπη ή αλλού. Είσαι μηχανικός; Συγχαρητήρια, προσλαμβάνεσαι, κέρδισες το εισιτήριο για την πολυπόθητη κοινωνική άνοδο.
Η πρωτεύουσα της πληροφορικής βρίσκεται επίσης εδώ, σε αυτή τη χώρα. Νέοι εξειδικευμένοι σε σχετικούς κλάδους εργάζονται και συντελούν στην άνθηση μιας από τις δυο τρεις πιο υποσχόμενες οικονομίες του πλανήτη. Τι παράδοξο, μια χώρα με τόσο μεγάλες αντιθέσεις, που δείχνει να κινείται με δυο ταχύτητες, με δυο κόσμους που μοιραία αλληλοκαλύπτονται και συγκρούονται. Ο αχαλίνωτος υλισμός, πλάι, ή καλύτερα, επάνω στην πνευματικότητα. Το κοινωνικό χάσμα ανάμεσα σε αυτούς που τα έχουν όλα και σε αυτούς που δεν έχουν μαντήλι να κλάψουν, κάθε μέρα μεγαλώνει. Σοβαροί λόγοι κοινωνικοί, εθνικοί, θρησκευτικοί, πολιτικοί και ταξικοί ποτέ δεν έλειψαν για αναταραχές και συγκρούσεις. Σε αυτά τα μέρη η ανεκτικότητα με τη μισαλλοδοξία, η οικουμενική συνειδητότητα με τον απροκάλυπτο υλισμό, ο αλτρουισμός με το ωμό μίσος, η ελπίδα με την απελπισία πάνε χέρι χέρι.
Μέχρι να ολοκληρώσει τις σπουδές του ο Αnil, εργάζεται λίγες ώρες την ημέρα σαν ασφαλιστής. Τον κοιτάω καλύτερα, ομορφόπαιδο είναι, καλοχτενισμένα μαλλιά, ζωντανά μάτια, φρεσκοξυρισμένος, αστραφτερό χαμόγελο, τον φαντάζομαι χωρίς τη φόρμα που φοράει σήμερα που είναι Κυριακή και είναι ημέρα σχόλης αλλά με αυτά τα ψόφια κουστούμια των ασφαλιστών: φτου, κούκλος, η επιτυχία προσωποποιημένη. Αυτή η απασχόληση του εξασφαλίζει πάνω κάτω 3000 ρουπίες το μήνα, κάτι λιγότερο από πενήντα ευρώ. Μου εξηγεί πως δεν είναι πολλά, αλλά σαν εισόδημα είναι κάτι ευπρόσδεκτο στην οικογένεια. Όταν γίνει μηχανικός, θέλει να καθαρίζει μηνιαίως είκοσι χιλιάδες ρουπίες, αυτά είναι καλά λεφτά για μισθός στην Ινδία τη σήμερον ημέρα.
Ναι, μένουν όλοι μαζί.
Όχι, δεν είναι παντρεμένος, φυσικά και θα παντρευτεί, αυτός είναι ο προορισμός μας.
Ναι, έχει κοπέλα.
Όχι, δεν είναι αυτή που θα παντρευτεί, τη νύφη του θα την επιλέξει η οικογένειά του.
Ναι, θα συνεχίσει να μένει με τους γονείς του μετά το γάμο.
Όχι, δεν είναι μόνο οικονομικοί οι λόγοι που οδηγούν σ'αυτή τη συμβίωση.
Ναι, η οικογένεια είναι δυνατός θεσμός στην Ινδία.
Όχι, τη γυναίκα του δεν θα την πειράζει που θα ζει με την πεθερά της.
Μιλώντας για όλα αυτά ούτε που κατάλαβα πως παράλληλα η παρουσία μου είχε τραβήξει την προσοχή δυο πιτσιρικάδων γύρω στα δεκαπέντε που έκαναν γύρω βόλτες με το ποδήλατο. Σταμάτησαν μπροστά μας και με έκαναν χάζι ενόσω μιλούσαμε. Ήθελαν και αυτοί να πιάσουν κουβέντα, τα αγγλικά τους όμως δεν ήταν τόσο καλά όσο του Αnil. Ένας φύλακας του πάρκου έρχεται και τα προγκάει, το ποδήλατο απαγορεύεται μέσα στο πάρκο όπως με πληροφορεί ο συνομιλητής μου. Κοινώς στο Τζόντπουρ σαν ποδηλάτης την πάτησες, μπορείς μόνο να οδηγείς στους δημόσιους δρόμους, κινδυνεύοντας να γίνεις κρέας για τους προφυλακτήρες του πρώτου άσχετου οδηγοί στο κυκλοφοριακό χάος της πόλης.
Τα δυο παιδιά απομακρύνονται, για να επιστρέψουν μετά από ένα δεκάλεπτο, όταν πια δεν φαίνεται πουθενά ο φύλακας. Οι δυο τους είναι χαρούμενοι, χαμογελαστοί, σχεδόν γελούν, διασκεδάζουν με τα σχόλια που τους κάνω, ποιος ξέρει, μπορεί να τους φαινόμουν αστείος ένας τουρίστας ξέμπαρκος στο πάρκο. Τους βγάζω φωτογραφία, τους τη δείχνω, πάλι και πάλι. Εκεί να δεις γέλια. Περνάνε από μπροστά μας τα πιτσιρίκια που έπαιζαν παρακάτω με τους βόλους, πλησιάζουν για να δουν τι τρέχει εδώ με τον τουρίστα. Κι άλλες φωτογραφίες, φωνές, πόζες μπροστά στο φακό, γέλια, διαδήλωση. Όταν θα απομακρυνθούν, ο Αnil θα εκφράσει την αποδοκιμασία, που μπροστά τα παιδάκια εξέφρασε εύγλωττα με σιωπή.
-Είναι μουσουλμάνοι, μου εμπιστεύεται.
-Το κατάλαβα, από τα ονόματά τους, απαντώ, ε και;
-Δεν μου αρέσουν οι μουσουλμάνοι. Εγώ είμαι ινδουιστής.
-Και αυτό το κατάλαβα. Γιατί όμως;
-Είναι αγράμματοι. Και τεμπέληδες. Δεν είναι σαν εμάς. Στο δικό μας σπίτι ζούμε επτά άτομα. Στο δικό τους είναι ο ένας πάνω στον άλλο, κάνουνε περισσότερα παιδιά, ζούνε δέκα, δώδεκα άνθρωποι μαζί. Και είναι φτωχοί. Και βρώμικοι.
Προσπάθησα να του εξηγήσω πως δεν μπορείς να κατηγορήσεις κάποιον για τη φτώχια του. Πως πάντα υπάρχει κάποιος πιο φτωχός, αλλά και πιο πλούσιος από εσένα, αν αυτό έχει κάποια σημασία. Πως αυτές οι γενικεύσεις και οι υπεραπλουστεύσεις περί θρησκειών και μειονοτήτων μπορούν μόνο να οδηγήσουν σε μίσος αναίτιο και μάλλον άδικο. Πως αυτή ακριβώς η κοινωνική διαφοροποίηση πιθανόν να προέρχεται τόσο από πολιτισμικές διαφορές αλλά και από προϊούσες κοινωνικές αδικίες και στερεότυπα. Ωστόσο δεν επέμεινα, δεν είναι εύκολο να αλλάξεις μυαλά και νοοτροπία σε κάποιον που γαλουχήθηκε να αντιπαθεί και να δαιμονοποιεί μια κοινωνική ομάδα σαν αίτιο για τα δικά του δεινά. Τα αυτιά αυτού του καλού ινδουιστή ήταν πεισματικά κλειστά σε τέτοιες ιδέες, τις οποίες σίγουρα είχε ξανακούσει, και που τις είχε απορρίψει σαν μάλλον άσχετες με τη δική του πραγματικότητα και καθημερινότητα. Τι ήξερα εγώ για τα προβλήματά τους, από πού κατέβηκα, ποιος ήμουν; Έκλεισα τα μάτια και έστρεψα το πρόσωπο στο γλυκό ήλιο, που μας ζέσταινε όλους το ίδιο, ινδουιστές και μουσουλμάνους και χριστιανούς.
Αφού χόρτασα ραχάτι στο πάρκο, πήρα το δρόμο της επιστροφής για την παλιά πόλη.






Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Κεφάλαιο 22



ΟΣΕ ή ΚΤΕΛ;


Την προηγούμενη ημέρα, την πρώτη μου κιόλας στο Τζόντπουρ, είχα προνοήσει να προμηθευτώ το εισιτήριο που θα μου εξασφάλιζε τη συνέχεια της πορείας μου στην Ινδία. Δεν ήταν ότι η πόλη δεν μου άρεσε, ίσα ίσα. Απλά, κάτω από τα συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια, έκρινα πως δυο γεμάτες ημέρες αρκούσαν για να μου δώσουν μια καλή εικόνα του τόπου αυτού.
Είχα περιπλανηθεί λοιπόν στα στενά και τους δρόμους του Τζόντπουρ. Προορισμό μου είχα το σιδηροδρομικό σταθμό, ωστόσο είχα αφήσει τον εαυτό μου να χαθεί, έφτασα εκεί που ήθελα μετά από περισσότερη ώρα από ότι χρειαζόταν. Ήθελα να δω πώς είναι αυτή η γαλάζια πόλη, από μέσα.
Πρώτα από όλα ήθελα να δω από κοντά εκείνη τη λίμνη που υπήρχε μέσα στην πόλη. Την είχα πρωτοδεί από ψηλά, από την ακρόπολη, κοιτώντας προς την πόλη από τα τείχη του φρουρίου. Μια τεχνητή παραλληλόγραμμη χαβούζα, με μήκος καμμία τριακοσαριά μέτρα, με μια γέφυρα στη μέση και ένα ροζ μέγαρο να ορίζει τη μια της πλευρά. Την είχα σχεδόν προσπεράσει χωρίς να το αντιληφθώ, τίποτε στο αστικό περίγυρο δεν μαρτυρούσε την ύπαρξή της. Παρ'οτι ήταν στο κέντρο της πόλης, έπρεπε να ρωτήσω δυο τρεις φορές για να την εντοπίσω. Σε ένα κομμάτι της όχθης, τα πλατιά σκαλοπάτια που φτάνουν βαθμηδόν στην επιφάνεια θυμίζουν τα ghats του Γάγγη. Να έχει άραγε και εδώ την ίδια χρήση το νερό όπως και στο Βαράνασι; Δε θα με εξέπληττε αν μου έλεγαν ότι εδώ γίνονται και οι αποτεφρώσεις των νεκρών...
Στην άκρη της όχθης ένας άντρας πλένει τα ρούχα του. Η επιφάνεια του νερού δίπλα του είναι σχεδόν πηγμένη από σκουπίδια που επιπλέουν. Προχωρώ κατά μήκος της προβλήτας, ανάμεσα σε αγελάδες που περιφέρονται αναζητώντας κάτι να μασουλήσουν. Στα πέτρινα παγκάκια καθισμένοι μπαρμπάδες κάθονται αδρανείς, απορροφούν το ζεστό ήλιο του Ρατζαστάν. Διασταυρώνομαι με μαθήτριες που γυρίζουν από το σχολείο, σε παρέες, φορώντας την κόκκινη σχολική τους εμφάνιση.
Διασχίζω τη γέφυρα, χαζεύω το νερό, τον αντικατοπτρισμό των κτιρίων στην επιφάνεια της λίμνης. Ανάμεσα στα σκουπίδια βλέπω μεγάλα κοπάδια από παχουλούς κυπρίνους που τεμπελιάζουν, σχεδόν ακίνητοι στο ζεστό σκουροπράσινο νερό.
Απομακρύνομαι από τη λίμνη για να περιπλανηθώ στους εμπορικούς δρόμους της παλιάς πόλης. Κύριο μέλημά μου είναι να μη με πατήσουν τα αυτοκίνητα και τα τρίκυκλα που περνάνε ξυστά από τον ώμο μου. Τόσες μέρες στην Ινδία και δεν έχω συνηθίσει την ινδική προσέγγιση στην οδήγηση και τη μετακίνηση στους δρόμους, είτε πεζός, είτε εποχούμενος. Κινούμαι ανάμεσα σε πάγκους , σε απλωμένα εμπορεύματα και τρίκυκλα, κοιτάω καλά μπρος και πίσω πριν αλλάξω πεζοδρόμιο. Πεζοδρόμιο; Α ναι, λάθος, πεζοδρόμια δεν υπάρχουν. Την εικόνα συμπληρώνουν οι πανταχού παρούσες αγελάδες, οι οποίες λειτουργούν σε διαμετρικά αντίθετους ρυθμούς, για αυτές όλα επιτρέπονται. Οι πλανόδιοι μανάβηδες τους πετάνε πρασινάδες για μεζεδάκι, ή για να τις τραβήξουνε πιο πέρα από το πόστο τους. Η εικόνα που παρουσιάζεται μπροστά μου συχνά θολώνει από τα καυσαέρια ή την κάπνα από τους πωλητές ξηρών καρπών, που ζεσταίνουν τα φυστίκια με ένα πήλινο δοχείο που μέσα του σιγοκαίγεται σβουνιά.
Ο δρόμος μου περνά κάτω από μια πύλη, εδώ προφανώς βρίσκεται το όριο της παλιάς πόλης. Βγαίνω από την πύλη και παίρνω το ανηφορικό δρόμο κατά μήκος του τείχους, από την απέναντι μεριά ξεκινά η οικεία αναρχία των μαχαλάδων με τις παράγκες και τα φτωχόσπιτα. Περπατώ προσπαθώντας να προσέξω πού και τι πατάω, ο χωματόδρομος είναι γεμάτος με βοϊδόσκατα και απόνερα υπόπτου προελεύσεως.
Προσπερνάω μια παρέα από μαθητές οι οποίοι μου εύχονται φωναχτά Happy New Year! ( ήταν ακόμη Πρωτοχρονιά). Βλέποντάς με να συνεχίζω το δρόμο μου προσπαθούν εν χορώ να με αποτρέψουν να συνεχίσω. Όταν τους ρωτήσω το λόγο, οι μόνες λέξεις που πέρασαν τα εμπόδια της άγνωστης γλώσσας ήταν το danger, no, danger... Αναρωτήθηκα αν πραγματικά θα διέτρεχα κάποιο κίνδυνο συνεχίζοντας τη στράτα μου, μου φάνηκε απίθανο. Γιατί όμως να προκαλέσουμε την τύχη μας; Προφανέστατα τα παιδιά κάτι ξέρανε που δεν μπορούσαν λόγω γλώσσας ή δεν ήθελαν να μου πουν. Ο τόνος τους πάντως δεν άφηνε πολλά περιθώρια, δε μου συνιστούσαν απλώς να αλλάξω δρόμο, ανοιχτά με απέτρεπαν να συνεχίσω προς τα εκεί... Ούτως ή άλλως, η ίδια η παλιά πόλη ακόμη με περίμενε να την εξερευνήσω, το ίδιο άγνωστη με το μαχαλά έξω από τα τείχη. Άκουσα την παραίνεση των πιτσιρικάδων και άλλαξα τη ρότα μου.
Την περιπλάνησή μου στην παλιά πόλη σηματοδότησαν σε μεγάλο βαθμό τα πολυάριθμα κτίρια που ήταν βαμμένα γαλάζια. Το χρώμα των σπιτιών δεν μπορούσε να κρύψει τα φτωχά μέσα των ανθρώπων, ωστόσο έδινε μια ευχάριστη στο μάτι όψη. Δεν ήταν όλα στον ίδιο τόνο χρώματος, μερικά ήταν βαμμένα ακόμη σε ανοιχτούς τόνους του πράσινου. Πολλά πάλι ήταν ρημαγμένα, αφημένα στην τύχη τους. Όπως και να είχε πάντως, ήταν δύσκολο να μη γοητευτώ από αυτό που έβλεπα. Τα σοκάκια που ακολουθούσαν πορείες καμπύλες, τα καφασωτά παράθυρα, τα μπαλκόνια με τις γύψινες διακοσμήσεις, οι έντονα βαμμένες σιδερένιες πόρτες, μαγνήτιζαν τη μάτια. Η αναρχία που διακρινόταν στις εσωτερικές αυλές, μέσα από τις καγκελόπορτες, τα μοτοποδήλατα παρκαρισμένα με παπατζίδικο τρόπο στα πιο απίστευτα σημεία, οι σποραδικές θρησκευτικές ζωγραφιές στους τοίχους, τα ζιζάνια που ξεφυτρώνουν από τις ρωγμές των τοίχων, η φαινομενική ακαταστασία και φτώχια στο εσωτερικό των μικρών δωματίων, όλα αυτά έδιναν μια γήινη, ανθρώπινη διάσταση στο τοπίο.
Αρκετά ήταν τα θεαματικά παλιά αρχοντικά που αντίκρισα περιπλανώμενος σαν χωρίς σκοπό και πρόγραμμα. Αυτά τα κτίρια, τα haveli όπως αλλιώς λέγονται, στέκονται στο Τζόντπουρ, άλλα σε καλή κατάσταση, τα περισσότερα ρημαγμένα, σαν μοναχικά απομεινάρια άλλων εποχών. Εποχών που η πόλη βρισκόταν στην ακμή της, όντας σημαντικός σταθμός εμπορικών δρόμων. Το εμπόριο οπίου, μπαχαρικών και χαλκού μεταξύ άλλων, επέτρεψε σε ντόπιους να έχουν την ευχέρεια να χτίσουν αρχιτεκτονικά στολίδια, χωρίς να λογαριάσουν το κόστος. Την εποχή των παχιών αγελάδων, ο τόπος αυτός πρέπει να έδειχνε μαγικός. Τότε μήπως δεν υπήρχε η χαώδης οικονομική ανισότητα που χαρακτηρίζει την τωρινή κοινωνική διαστρωμάτωση του Ρατζαστάν; Φυσικά και υπήρχε. Απλά, κατά τα φαινόμενα, οι τότε λεφτάδες και μαχαραγιάδες είχαν καλύτερο γούστο, επένδυαν περισσότερα στο όμορφο και την τέχνη, γεγονός που αντικατοπτριζόταν και στην εικόνα της πόλης.
Αλίμονο, οι μέρες των παχιών αγελάδων έχουν παρέλθει, την θέση τους πήραν άλλες ψωριάρες και κοκκαλιασμένες, που ειρήσθω εν παρόδω, επί του παρόντος αποτελούν το πιο σταθερό σύστημα διαχείρισης απορριμάτων. Πολλά από τα διακοσμητικά στοιχειά των αρχοντικών, γύψινα, ξυλόγλυπτα, θυρόφυλλα, παράθυρα, έχουν από παλιά ξηλωθεί για να πωληθούν σε τουρίστες. Τα κενά χάσκουν στα ξεφλουδισμένα ντουβάρια.
Η πόλη παραμένει ζωντανή και πάλλουσα. Πιτσιρίκια μου φωνάζουν hello! από μακρυά, με πλησιάζουν και μου ζητάνε με μάτια που γυαλίζουν να τα βγάλω φωτογραφία. Γυναίκες πλένουν με νερό και σκούπα τις εισόδους των σπιτιών, από μέσα έρχεται ινδική μουσική από παλιά τρανζίστορ. Σε μια μικρή πλατεία, καθισμένοι κατάχαμα γύρω από μια πατανία, άνδρες απορροφημένοι παίζουν χαρτιά.
Βγαίνω από το λαβύρινθο, ο δρόμος τελικά με οδηγεί στη λεωφόρο που περνά μπροστά από το σιδηροδρομικό σταθμό. Όπως είχα υποθέσει την πρώτη φορά που περπάτησα το μέρος αυτό, σε αντίθεση με τη νεκρική ησυχία της νύχτας, την ημέρα εδώ γίνεται χαμός. Καυσαέριο και κόρνες από ατελείωτες φάλαγγες οχημάτων, κόσμος μιλιούνια κινούνται ανάμεσα στα πηγμένα οχήματα, μπαινοβγαίνουν στα μικρομάγαζα.
Για πολλοστή φορά παρατηρώ κρεμασμένο στην πόρτα των μαγαζιών ένα παράξενο χαϊμαλί: μια σειρά από πράσινες μικρές πιπεριές, από εκείνες τις δολοφονικές, με ένα μικρο λεμονάκι, περασμένα όλα σε κλωστή και κρεμασμένα σε περίοπτη θέση της εισόδου της παράγκας. Μπορώ μόνο να μαντέψω τι εξυπηρετεί αυτό το κρεμαστάρι: προστατεύει μάλλον από το κακό μάτι και τη βασκανία. Σαν να δηλώνει πως “όποιος κοιτάξει το μαγαζί μου με φθόνο και κακία, λεμόνια και πιπεριές καυτερές να του κάψουν τα μάτια”.
Δεν είναι το μόνο δυσεξήγητο πράγμα που έχω παρατηρήσει να κάνουν οι καταστηματάρχες στα μαγαζιά τους. Εντύπωση μου είχε κάνει και κάτι άλλο, κάτι που είχα παρατηρήσει και στο Βαράνασι, αλλά επρόκειτο να δω και σε άλλες πόλεις. Το βράδυ, όταν το μαγαζί έχει κλείσει και τα ρολά έχουν κατεβεί, ο μαγαζάτορας ανάβει ένα φύλλο εφημερίδας που έχει τσαλακώσει σαν δαδί. Με το αναμμένο φύλλο εκτελεί μια σειρά από κινήσεις μπροστά στο κατεβασμένο ρολό, το ανεμίζει από πάνω ως κάτω, με κυκλικές κινήσεις, καπνίζει τις γωνίες, για να το πετάξει τέλος εκεί επιτόπου, έξω από το κεφαλόσκαλο, και να απομακρυνθεί χωρίς καν να γυρίσει να το κοιτάξει καθώς αυτό γίνεται στάχτη. Το να ανάβει κάποιος ένα αρωματικό στικ μπροστά από μια εικονίτσα ίσως να έχει κάποιο νόημα. Αλλά το να ανεμίζει ένα αναμμένο φύλλο εφημερίδας μπροστά στο αμπαρωμένο του μαγαζί, ποιος να ξέρει τι να συμβολίζει...
Βλέπω νεαρούς υπαλλήλους να βγαίνουν από το μαγαζί τους με ένα παλιόσακο στα χέρια, το οποίο με μια κίνηση των χεριών, πετάνε στη μέση της άσφαλτου. Το σακί θα μείνει εκεί, προφανώς για να πατηθεί από τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Σε τι εξυπηρετεί αυτό άραγε; Ρωτάω έναν νεαρό την εύλογη ερώτηση που μου δημιουργείται. Αντί απαντήσεως εισπράττω ένα πλατύ χαμόγελο και μια σειρά από γιες, γιες. Μάλιστα, τώρα κατάλαβα. Με τα πολλά μου δίνει να καταλάβω ότι το κάνει για να καθαρίσει το σακί, το οποίο μάλλον το θέλουμε και πατικωμένο από τα λάστιχα των οχημάτων. Αναρωτιέμαι τι σόι βρωμιά μπορεί να είναι χειρότερη και δυσκολότερη να ξεφορτωθείς από την ίδια τη μάκα του δρόμου. Ποιος να ξέρει.
Έξω από το σταθμό των τραίνων άνδρες ψήνουν κοτόπουλα περασμένα σε σούβλες μέσα σε βαρέλια οπού καίγονται ξύλα. Τρία τέσσερα σε κάθε σούβλα, κατακόκκινα από τα μπαχαρικά του τίκα μασάλα, χωμένα μέσα στις φλόγες που ξεπηδούν από το βαρέλι. Η πικάντικη τσίκνα γεμίζει τον τόπο. Είναι η πρώτη φορά που βλέπω να ψήνεται κρέας στο δρόμο από τότε που έφτασα στην Ινδία.
Ο υπάλληλος του σταθμού θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο αδελφός του υπαλλήλου που με εξυπηρέτησε στο Βαράνασι. Τα ίδια γυαλιά, το ίδιο μουστάκι, τα ίδια ψόφια από τη ρουτίνα μάτια.
Εδώ δεν έχουμε tourist quota, πρέπει να συμπληρώσω όμως ένα έντυπο με τα στοιχεία μου και το δρομολόγιο που επιθυμώ. Ο υπάλληλος με πληροφορεί ότι θέσεις δεν υπάρχουν για τις επόμενες τρεις μέρες, αλλά μπορώ να το προπληρώσω και να μπω σε λίστα αναμονής.
-Αρκετά μεγάλη πιθανότητα να βρείτε θέση, μου λέει κοιτώντας με μάτια μπαγιάτικου ψαριού.
-Αλλά όχι βεβαιότητα για θέση, έτσι δεν είναι; ρωτάω αναζητώντας κάτι παραπάνω στην αντίδρασή του στην ερώτησή μου.
-Όχι, αλλά αρκετά μεγάλη πιθανότητα να βρείτε θέση, μου επιστρέφει με απαράλλαχτο ύφος. Μπορώ σχεδόν να μυρίσω τη ψαρίλα.
-Αν όμως δε βρεθεί θέση τι γίνεται; επιμένω στην ερώτηση.
-Αρκετά μεγάλη πιθανότητα.
Είναι ξεκάθαρο, ο τύπος είναι ένα ινδικό ψαροσάιμποργκ, δεν πρόκειται να βγάλω ούτε ψίχουλο πληροφορίας παραπάνω από δαύτον.
Του ζητώ συγγνώμη για την ενόχληση, τον ευχαριστώ για το χρόνο που διέθεσε για μένα και παραχωρώ τη θέση μου στον ισχυρότερο από τους δυο που σπρώχνονται πίσω μου. Η αρκετά μεγάλη πιθανότητα δεν είναι αρκετή για μένα. Η ιδέα να κολλήσω στο σταθμό περιμένοντας ένα τραίνο στο οποίο πιθανόν να μην μπορώ να ανέβω δεν με ενθουσιάζει. Και στο φινάλε γιατί θα έπρεπε να επιδιώξω να ταξιδέψω και πάλι με τραίνο; Δεν την είδα τη γλύκα του 34 ώρες σερί; Χωρίς δεύτερη σκέψη βγαίνω από το σταθμό και κόβω δρόμο για απέναντι. Στη γωνία υπάρχουν πρακτορεία ιδιωτικών λεωφορείων. Κλείνω εισιτήριο εύκολα και γρήγορα για την επόμενη στις εννέα και μίση το βράδυ. Εντάξει, η οδική συμπεριφορά των ντόπιων δεν είναι το φόρτε τους. Αλλά και στους σιδηρόδρομους τα ατυχήματα είναι αρκετά συχνά. “Αρκετά μεγάλη πιθανότητα για τρακάρισμα”, λέω από μέσα μου, κουνώντας το κεφάλι μου αριστερά δεξιά, μιμούμενος την κινησιολογία και την προφορά του υπαλλήλου του σιδηροδρομικού σταθμού. Σιγά. Πόσο πιο άσχημα μπορεί να είναι τα ινδικά ΚΤΕΛ από την εμπειρία μου στο τραίνο;






Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21




ΓΑΛΑΖΙΑ ΠΟΛΗ



Είναι απόγευμα και βρίσκομαι στην κεντρική πλατεία του Τζόντπουρ. Γύρω μου επικρατεί χαμός. Λαοθάλασσα, άνθρωποι έρχονται και πάνε, γυναίκες κάνουν τα ψώνια της οικογένειας, βιαστικοί άνδρες σπρώχνουν αριστερά και δεξιά για να διαπεράσουν το τείχος από σώματα που μοιραία δημιουργείται, τουρίστες σαστισμένοι από την πολυκοσμία ακολουθούν το πολύβουο ανθρώπινο ποτάμι με βλέμμα χαμένο. Τσαγκάρηδες του δρόμου καθισμένοι στις φτέρνες τους με τα σύνεργα της δουλειάς απλωμένα μπροστά τους, περιμένουν τον επόμενο πελάτη, ανταλλάσσουν κουβέντες με τους λούστρους που έχουν βάλει το κασελάκι τους στην ίδια σειρά. Παραδίπλα γυναίκες με σάρι έχουν απλώσει σε πανιά στο έδαφος εκατοντάδες πλαστικά βραχιόλια. Τα τρίκυκλα ρίκσω και τα αυτοκίνητα προχωρούν ανάμεσα στους πεζούς, δοκιμάζοντας την τύχη τους σε αυτοσχέδιους διαγωνισμούς κορναρίσματος. Τεράστιοι πάγκοι λαϊκής που πουλάνε σάρι, βρακιά, πουκάμισα, παντελόνια, φανέλες, σαγιονάρες, παπούτσια, όλα νάιλον και κακής ποιότητας. Από τα μεγάφωνα που είναι στερεωμένα στους πάγκους, μια παραμορφωμένη αντρική φωνή με έκο διατυμπανίζει την πραμάτια και καλεί τους μουστερήδες ουρλιάζοντας κυριολεκτικά στη διαπασών. Πάρε κόσμε, τρία στο πενηντάρικο, το αφεντικό τρελάθηκε, η φτήνια τρώει τον παρά...
Εμένα πάντως με έτρωγε η πείνα. Η ήμερα είχε περάσει και από το πρωί δεν είχα βάλει κάτι στο στόμα μου. Η αλήθεια είναι ότι είχα μια ημέρα πλήρη δραστηριοτήτων.
Ο νεαρός υπάλληλος του ξενοδοχείου, πιστός το λόγο του, ήρθε κατά τις εννέα και μισή και με σήκωσε από το ντιβάνι οπού με είχε βολέψει για το βράδυ και οπού έπεσα ξερός λίγες ώρες νωρίτερα και με οδήγησε στο δωμάτιό μου. Το Saji Sanwri Guest House ήταν μια οικογενειακή επιχείρηση, το κτίριο οπού στεγαζόταν ήταν ένα παλιό αρχοντικό. Οι χώροι και τα δωμάτια ήταν όμορφα, διακοσμημένα ιδιότυπα για το κοινό γούστο. Παλιά έπιπλα που σίγουρα κουβαλούσαν τη δική τους ιστορία, πλαστικά κιτς μπιμπελό, αρχαία αντικείμενα και ξεχαρβαλωμένες ηλεκτρικές συσκευές τοποθετημένες παράταιρα, λίθοι πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένα. Κάποιος μπορούσε άνετα να υποθέσει ότι βρίσκεται σε ένα παραμελημένο μουσείο, σε μια ξεχασμένη αποθήκη ή σε ένα παλιατζίδικο. Αφήνω το σάκο μου στο δωμάτιο και ζητάω αν μπορώ να πάρω πρωινό, η χαμογελαστή μεσόκοπη μαγείρισσα, η μαμά της οικογένειας προφανώς, μου προτείνει να ανέβω στην ταράτσα, θα μου το σερβίρουν εκεί.
Το πρωινό φως έλουζε γενναιόδωρα το φρούριο της πόλης, που στεκόταν επιβλητικά πάνω σε ένα λόφο. Ήταν όμορφο, με τα τείχη του να ορθώνονται ψηλά, τους προμαχώνες, τις πολεμίστρες και τα κανόνια του να κοιτάζουν την πόλη από κάτω. Τελικά δίκαια το Τζόντπουρ ονομάζεται γαλάζια πόλη, τα περισσότερα σπίτια στην παλιά πόλη είναι βαμμένα γαλάζια, δημιουργώντας αντίθεση με το πέτρινο χρώμα της οχύρωσης του φρουρίου. Και με έναν κατάλευκο ινδουιστικό ναό που βρίσκεται εκεί ψηλά κι αυτός. Στον καταγάλανο ουρανό γύρω από την ακρόπολη διαγράφουν κυκλικές τροχιές, με τα μεγάλα φτερά τους ακίνητα, αρπακτικά πουλιά.
Μασουλώντας τις πιτούλες του πρωινού με μαρμελάδα και πίνοντας το τσάι μου διαπιστώνω πως δεν είμαι ο μόνος που απολαμβάνω την υπέροχη θέα αυτή τη στιγμή της ημέρας. Ένας γείτονας με πυτζάμες κάνει το ίδιο από μια διπλανή ταράτσα, πλένοντας ταυτόχρονα τα δόντια του. Μια ηλικιωμένη κυρία επίσης χαζεύει το φρούριο ακουμπισμένη στο τοιχάκι της ταράτσας της. Με τα χέρια της ανεμίζει το πίσω μέρος του σάρι της, δεν ξέρει ότι την παρατηρώ, δεν ξέρω τι στην ευχή κάνει. Θα μάθω πολύ σύντομα, όταν θα κουρκουβίσει πάνω από την τρύπα της υδρορροής της ταράτσας για να κάνει την ανάγκη της. Προφανώς πρόκειται για την καθημερινή της ρουτίνα, και η τρύπα αυτή είναι η τουαλέτα της.
Βγαίνω στους δρόμους, το γαλάζιο χρώμα της πόλης με καλωσορίζει πριν καλά καλά βγω από την πόρτα του ξενοδοχείου. Παίρνω την αντίστροφη διαδρομή με αυτή της προηγούμενης νύχτας, τα μαγαζιά έχουν ανοίξει πια, οι μαγαζάτορες σκουπίζουν τη σκόνη από τις εισόδους, ανάβουν αρωματικά στικ, είτε σαν κομμάτι κάποιου τελετουργικού, είτε απλά για να ξορκίσουν την αποφορά από τους ανοιχτούς οχετούς που χάσκουν εκατέρωθεν του δρόμου.
Οι έμποροι εδώ δεν δείχνουν το ίδιο πιεστικοί με τους αντίστοιχους στο Βαράνασι, ίσως δεν είναι αυτός ο τουριστικός τομέας του παζαριού. Τα εμπορεύματα που διαθέτουν τα μαγαζιά όμως λένε το αντίθετο, κιλίμια και στρωσίδια, χαρακτηριστικά του Ρατζαστάν, μπακίρια, μπαχάρια, παλαιοπωλεία με αντίκες για τουρίστες, αγαλματάκια ξύλινα ή μπρούτζινα, αλλά και ποδήλατα, ηλεκτρικά, ο,τι τραβά η ψυχή σου. Ξαναβρίσκω το λευκό ναό που προσπέρασα τη νύχτα, βγάζω τα παπούτσια και μπαίνω, βλέπω λίγους πιστούς να προσεύχονται μπροστά σε έντονα βαμμένα είδωλα, τίποτα δε μαρτυρά τι ήταν αυτό που λάμβανε χώρα λίγες ώρες νωρίτερα, προσπαθώ να μάθω για τις φωνές και τα τραγούδια, μάταιος κόπος, η γλώσσα μπαίνει και πάλι εμπόδιο...
Κόβω δρόμο με τα πόδια για το φρούριο, τα στενά που φιδογυρίζουν δίνουν μια ωραία εντύπωση της γαλάζιας πόλης. Από την άλλη πλευρά πάλι, οι ανηφόρες δεν έχουν χρώμα. Αντίθετα εγώ, κάτι η απότομη ανηφοριά, κάτι η κούραση, κάτι τα παλιοτσίγαρα, παραλίγο να μπλαβιάσω μέχρι να φτάσω στην κορυφή του λόφου.
Από εκεί και για μερικές ώρες λειτούργησα σαν πιστός και φιλότιμος τουρίστας.
Διέσχισα τις αίθουσες και τα παλάτια του φρουρίου της πόλης (Meherangarh), χωρίς όντως να βαρεθώ καθόλου, πραγματικά μνημεία άξια επίσκεψης.
Θαύμασα την πανοραμική θέα της χαοτικής πόλης όπως φαίνεται από τα τείχη.
Υπέβαλλα την προσφορά μου στον λευκό ναό που είδα από την ταράτσα του ξενοδοχείου μου( Chamounda Devi temple), κάτω από το απαξιωτικό και μπουχτισμένο από τους τουρίστες βλέμμα του βραχμάνου. Παζάρεψα με τους ταξιτζήδες έξω από το φρούριο, πιο πολύ για γούστο παρά για οικονομία (αυτά κάνουν οι κακές συναναστροφές).
Πέρασα από το ενδιαφέρον λευκό κενοτάφιο Jaswant Thada, με τους σχεδόν διαυγείς μαρμάρινους τοίχους και τον τρούλο σχεδόν καλυμμένο από περιστέρια.
Έφτασα έως το Umaid Bhawan Palace για να θαυμάσω το παλάτι του μαχαραγιά, όπως και τη συλλογή του από πορσελάνες και αυτοκίνητα (μπούρδες δηλαδή, χαμένος χρόνος).
Είχα περιπλανηθεί στα σοκάκια αλλά και στις λεωφόρους της πόλης, είχα περάσει από το σιδηροδρομικό σταθμό και από πρακτορεία λεωφορείων, ετοιμάζοντας την επόμενή μου μετακίνηση.
Και τελικά κατέληξα εκ νέου στο κέντρο της πόλης, αρκετά κουρασμένος.
Και πεινασμένος.
Με μια ματιά τριγύρω μπορώ να εντοπίσω τρία τέσσερα μαγαζιά του δρόμου οπού μπορώ να ικανοποιήσω την πείνα μου. Στο ένα έχουν ένα τεράστιο ρηχό καζάνι που βράζουν γάλα. Ένας πλανόδιος σερβίρει νταλ, φακές δηλαδή, με πίτες τσιαπάτι που ψήνει επιτόπου. Τελικά θα προτιμήσω ένα άλλο, που μαζεύει τον περισσότερο κόσμο, οι άνθρωποι κάνουν ουρά να εξυπηρετηθούν. Δε μπορεί, κάτι παραπάνω θα ξέρουν. Σερβίρει αυτά τα τυπικά μπουρέκια, στο χέρι, πάνω σε χαρτί από εφημερίδα, δέκα ρουπίες το ένα. Σε κοινή θέα ένας υπάλληλος παίρνει ένα σβώλο από ένα μείγμα που έχει ετοιμαστεί νωρίτερα από μια μεγάλη κατσαρόλα, βουτάει το χέρι σε ένα δοχείο με κουρκούτι, για να πετάξει το περιεχόμενο της χούφτας του σε ένα τεράστιο στρογγυλό καζάνι με καυτό λάδι. Ένας άλλος βγάζει τους κεφτέδες αυτούς με μια κουτάλα και τους αφήνει σε μια λαμαρίνα, το προϊόν είναι έτοιμο προς διάθεση. Υπάρχουν τρία διαφορετικά είδη, ένα με φακές (dhal), ένα με πατάτα (kashoori) και ένα με μια ολόκληρη πιπεριά (chili). Παραγγέλνω ένα από το καθένα, ωθούμενος τόσο από τη λαιμαργία μου, όσο από την περιέργειά μου. Και ξεκινώ από την πιπεριά.
Το στόμα μου έχει μουδιάσει. Το κάψιμο είναι αφόρητο. Νιώθω τα δάκρυα να σχηματίζονται στα μάτια μου. Έλα, λέω στον εαυτό μου, εδώ σε θέλω, που μου κάνεις τον καμπόσο στην Αθήνα με το ταμπάσκο και το μπούκοβο. Τα θέλω και τα παθαίνω, εδώ που τα λέμε. Δεν αισθάνομαι τι μασάω. Σχεδόν γελώντας με το πάθημα μου, καταλαβαίνω ότι μου είναι άπλα αδύνατο να τελειώσω αυτό το μεζέ. Τον αφήνω στη μέση, πιάνω αυτό με την πατάτα. Θα αφήσω και το δεύτερο μπουρέκι στη μέση, ξαφνικά δεν πεινάω πια τόσο. Και το στόμα μου έχει πάρει φωτιά.
Με πλησιάζει ένας πιτσιρικάς, μου ζητάει μπαξίσι. Ερμηνεύοντας την εμφάνιση του σαν αυτήν του από μηχανής θεού, του προσφέρω χωρίς δεύτερη σκέψη το πακέτο με το φαγητό, με όσο χαμόγελο μπορούν να σχηματίσουν τα παραλυμένα από την καΐλα χείλη μου.
Το μοναδικό αντίδοτο στο κάψιμο της πιπεριάς δεν είναι το νερό, είναι τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Λίγα μέτρα δίπλα βρίσκω ένα μαγαζί που πουλάει φρέσκους χυμούς και λάσι, αυτό το υπέροχο μείγμα που μοιάζει με μιλκ σέικ, φτιαγμένο από γιαούρτι και χυμό φρούτων. Παραγγέλνω ένα σπέσιαλ, που έχει και τζίντζερ και σαφράνι. Κάθομαι και απολαμβάνω την υπέροχη γεύση. Κυρίως όμως ανακουφίζομαι από το κάψιμο, νιώθω τους γευστικούς μου κάλυκες σχεδόν να τσιτσιρίζουνε καθώς δροσίζονται από το παγωμένο γιαουρτοχυμό. Ουφ, πάει κι αυτό, τη γλυτώσαμε πάλι.
Έχει πια βραδιάσει όταν ξεκινάω για το ξενοδοχείο. Φτάνω και ζητάω να πιω ένα τσάι στην ταράτσα. Η μαγείρισσα- μαμά με κοιτά αμήχανα...
- Ξέρετε, στην ταράτσα έχουμε ένα παιδικό πάρτι, τώρα έχουμε πολλή δουλειά με τα φαγητά...
-Ε, καλά, ένα τσαγάκι δεν είναι πολύς κόπος, επέμεινα. Μπορώ να κάτσω στην ταράτσα σε μια άκρη και να μου φέρετε το τσάι όταν μπορέσετε;
Η μαγείρισσα- μαμά δέχεται, και πάλι όμως δισταχτικά. Ανεβαίνω στην ταράτσα, καμμία πενηνταριά πιτσιρίκια χορεύουν στους ποπ ρυθμούς του Ινδού Σάκη και της Ινδής Έλενας Παπαρίζου, τραγουδώντας με όλη τους τη δύναμη τους στίχους. Κάθομαι και εγώ σε μια γωνίτσα, τα παιδάκια δε με ενοχλούν, ούτε και αυτά δείχνουν να ενοχλούνται από την παρουσία μου. Αλίμονο, κάποια στιγμή ανάβω ένα τσιγάρο. Λάθος ολέθριο.
-Κύριε αυτό που κάνετε δεν είναι σωστό! Ένα κοριτσάκι με κοιτά με μεγάλα σοβαρά μάτια και μου μιλά με παρακλητικό τόνο. Νάτα μας.
-Ζητώ συγγνώμη που σας ενοχλώ, δεν ήταν πρόθεση μου, να, θα κάτσω παραπέρα...προτείνω με σβησμένη φωνή, κάνω να σηκωθώ.
-Όοοοχι, όοοχι, πρέπει να το σβήσετε!
-Ναι ναι, να το σβήσετε, δεν είναι καλό, δεν είναι καλό!
-Ναι, πολύ κακό, να το σβήσετε!
-Ναι, σας παρακαλούμε, σας παρακαλούμε! Σβήστε το, ΣΒΗΣΤΕ ΤΟ!!
Έχουν μαζευτεί τώρα δέκα παιδάκια γύρω μου που παρακαλούν ευγενικά μεν, επιτακτικά δε, να σβήσω το τσιγάρο χωρίς πολλά πολλά. Περιθώρια ελιγμών πλέον δεν υπάρχουν. Αναγνωρίζω την ήττα μου, κατεβάζω τη σημαία, σβήνω χαμογελαστός μεν, καταντροπιασμένος δε το τσιγάρο, τα μαζεύω και φεύγω άρον άρον. Αντίο τσαγάκι. Καπνίζω αποκαμωμένος το τελευταίο τσιγάρο της ημέρας στο δωμάτιο, μπροστά στο παράθυρο που βλέπει σε μια λησμονημένη εσωτερική αυλή. Ακούω τα περιστέρια να αναπεταρίζουν, έχουν κουρνιάσει στις κόγχες του τοίχου για να περάσουν τη νύχτα. Από κάτω, ακούω τα ποντίκια σουλατσάρουν ανενόχλητα ανάμεσα στα παλιόχαρτα και τα σκουπίδια.



Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Κεφάλαιο 20


ΓΑΛΑΖΙΑ ΠΟΛΗ;





Χτυπάω το κουδούνι. Auld Lang Syne. Κοιτάω τη σκοτεινή σκάλα μέσα από τα κάγκελα της πόρτας. καμμία κίνηση. Χτυπάω και πάλι. Fur Elise. Τίποτα. Ragtime. Κάθε φορά που χτυπάω το κουδούνι ηχεί μια ξεχωριστή μελωδία, με τον ίδιο ηλεκτρονικό σπαστικό ήχο. Ωστόσο όσο και να χτυπάω, δεν κατεβαίνει κανένας να μου ανοίξει. Αφήνω την προσπάθεια πριν το κινέζικο κουδουνάκι μου παίξει όλο το ρεπερτόριό του. Ανάμικτα συναισθήματα, από τη μια σίγουρα δεν ακούγεται ιδιαίτερα καθησυχαστικό να μη βρίσκεις ξενοδοχείο στη μέση του Ρατζαστάν, στις τέσσερις τα ξημερώματα, και μάλιστα πρωτοχρονιάτικα. Από την άλλη πάλι, βλέποντας και μόνο αυτό το κτίριο από έξω (και μαντεύοντας την εμφάνιση του από μέσα) αναρωτιέσαι γιατί να θέλεις καλά και σώνει να κλείσεις δωμάτιο εδώ, σε αυτό το ξενοδοχείο. Άμα ρίξεις και μια ματιά στο περιβάλλον αστικό τοπίο...
Το μοναδικό στοιχείο που μαρτυρά τη χρήση αυτής της ξοφλημένης πολυκατοικίας ως ξενοδοχείου είναι η τεράστια νέον φωτεινή πινακίδα στην ταράτσα, που με οριακά ανορθόγραφα αγγλικά προσπαθεί να προσελκύσει τους ταξιδιώτες που έρχονται από τον κοντινό σιδηροδρομικό σταθμό. Κατά τα άλλα, δεν είναι παρά ένα χρεοκοπημένο τριώροφο με μαυρισμένους τοίχους, με στενά κατασκονισμένα μπαλκόνια που βλέπουν στη λεωφόρο και με είσοδο που μου πήρε 5 λεπτά να εντοπίσω ανάμεσα στις πολλές μικρές εισόδους των παρακείμενων παραγκομάγαζων. Μπα, καλύτερα όχι. Άντε τώρα βρες κατάλυμα...
Ακόμα μια φορά αποδεικνύεται πως τα σχέδια για ένα ταξίδι ουσιαστικά γίνονται καθ' οδόν, στη διάρκεια του ίδιου του ταξιδιού. Τις ατελείωτες ώρες της διαδρομής με το τραίνο, περισσότερο για να διασκεδάσω τη βαρεμάρα μου και να διώξω από πάνω μου τη σπαρίλα της αδράνειας παρά για ουσιαστικούς λόγους, είχα ασχοληθεί με τον τουριστικό οδηγό που είχα μαζί μου. Έμαθα για το Τζόντπουρ, τι αξίζει να δεις, πού να μείνεις, πού να φας, πώς θα φτάσεις, πώς θα φύγεις. Εκ των προτέρων υποψιασμένος για τις καθυστερήσεις των ινδικών τραίνων, έχοντας κατά νου λοιπόν πως θα φτάσω ώρα περασμένη στον προορισμό μου, σκόπευα να καταλύσω σε ένα από τα ξενοδοχεία που βρίσκονται παραταγμένα κατά μήκος της λεωφόρου που περνά έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό και που οδηγεί στο κέντρο της πόλης. Επέλεξα ένα ξενοδοχείο, έχει αρκετά η περιοχή. Αν αυτό δεν κάτσει, δεν πειράζει, υπάρχουν άλλα τριγύρω, κανένα πρόβλημα. Αυτό ήταν το αρχικό σχέδιο που ήθελα να ακολουθήσω.
Αφού το τραίνο έφτασε στο Τζόντπουρ, μαζί με τους λιγοστούς πια επιβάτες, βγήκα από το σταθμό, αφ'ενός ζαλισμένος από το πολύωρο ταξίδι και τα δέκατα, αφ'ετέρου ζαλωμένος με το σάκο μου που είχε βαρύνει κάπως μετά το Βαράνασι. Αλήθεια το μπουκάλι με το κρασί είναι πια παρελθόν, αλλά στη θέση του με βάραιναν και με το παραπάνω τα ψώνια που είχα κάνει ήδη. Ψιλοπράγματα δηλαδή, απαραίτητα πράγματα που δεν είχα κουβαλήσει επίτηδες από την Ελλάδα για λογούς οικονομίας βάρους. Σαμπουάν, σαγιονάρες, οδοντόκρεμα, μπλουζάκια, το ένα και το άλλο. Και κάτι υπέροχα μπατίκ από την αγορά του Βαράνασι, βεβαίως.
Να είχαμε τώρα ένα τσάι να πιούμε, να συνέλθουμε. Τσαγάς τέτοια ώρα στο σταθμό ούτε ένας δυστυχώς. Ντριμπλάρω με προσποίηση και διπλό σπάσιμο μέσης (φτυστός ο Νίκος Γκάλης) τους ταξιτζήδες που είχαν στήσει καρτέρι έξω από το σταθμό, με ανοιχτό βήμα προχωρώ προς την έρημη λεωφόρο.
Κοιτάζω αριστερά και δεξιά, προσπαθώ να καταλάβω προς τα πού φυσά ο άνεμος, βγάζω τον οδηγό από την τσέπη. Ο προσανατολισμός δεν μου είναι εύκολος, πάλι δεν κατορθώνω να αναγνωρίσω σημεία αναφοράς, οι συγκυρίες δε βοηθάνε. Ξεκινώ να βαδίζω προς την πιθανότερη για σωστή κατεύθυνση, ο τρόπος να νικήσω και τη ψύχρα είναι το γρήγορο περπάτημα.
Στη λεωφόρο επικρατεί απόλυτη ησυχία, μακρυά διακρίνω ένα δυο ανθρώπους που έφτασαν μαζί μου και που κι αυτοί έχουν πάρει το δρόμο τους φορτωμένοι με τα μπαγκάζια τους. Διασχίζω το δρόμο, περνώ απέναντι. Εκατέρωθεν του δρόμου στέκονται διώροφα και τριώροφα άσχημα, μουντά, σχεδόν εγκαταλελειμμένα κτίρια, που δείχνουν να απορροφούν εντελώς το φτωχό φωτισμό της λεωφόρου. Μεγάλες νέον φωτεινές επιγραφές εμφανίζονται σποραδικά στην κορυφή τους, διαφημίζουν τα ξενοδοχεία που είχα δει και στον οδηγό. Κάτω, στο ισόγειο, στεγάζονται μαγαζιά τρύπες στον τοίχο, το ένα κολλητά στο άλλο, τα ρολά τους πατιναρισμένα με σκόνη και καυσαέριο. Αν και αυτή τη στιγμή ο δρόμος ήταν άδειος, ήμουν σίγουρος πως την ημέρα εδώ γίνεται πανικός, από κίνηση και από κόσμο. Όπως είδα τις επόμενες μέρες, δεν έκανα λάθος.
Από τα κενά ανάμεσα στα κτίρια μπορώ να διακρίνω λίγα πράγματα στο σκοτάδι, σωροί από σκουπίδια, μαχαλάδες με χαμηλά σπίτια, παράγκες άναρχα δομημένες. Στην τσινετσιτά, στα σκηνικά για τα γουέστερν σπαγγέτι, πίσω από τις προσόψεις των κτιρίων δεν υπήρχε τίποτε. Εδώ έχω την εντύπωση πως πίσω από την πρώτη σειρά των κτιρίων, αρχίζει η αληθινή πόλη, το αστικό χάος. Ανάμεσα στους σωρούς σκουπιδιών που προσπερνάω διακρίνω μπόγους αραδιασμένους στο πεζοδρόμιο. Είναι άνθρωποι που κοιμούνται, εκεί μέσα στη βρωμιά του πεζοδρομίου, στη σειρά, δεκάδες, τυλιγμένοι στις σκονισμένες κουβέρτες τους, κουκουλωμένοι ως επάνω. Αυτή ήταν λοιπόν η γαλάζια πόλη;
Στέκομαι αμήχανος μπροστά από το ξενοδοχείο όπου όλοι κοιμόντουσαν, συμπεριλαμβανομένου και του ξενοδόχου. Να κοιτάξω σε κάποιο άλλο παρακείμενο ξενοδοχείο επί της λεωφόρου; Χμ...εδώ θέλω να μείνω τις λίγες ήμερες μου εδώ; Λοιπόν, δεν μου μένει άλλη εναλλακτική από το να περάσω στο πλάνο Β.
Συνεχίζω να βαδίζω με κατεύθυνση- υποθετικά- προς την πόλη. Προορισμός μου ένας ξενώνας στην παλιά πόλη. Περπατάω με την ελπίδα να μη χαθώ στα σοκάκια, στο μυαλό μου έρχεται ο λαβύρινθος του Βαράνασι. Αν είναι και εδώ τα πράγματα έτσι, με βλέπω να ξημερώνομαι στο δρόμο. Και βέβαια ελπίζω ο ξενοδόχος να μην κοιμάται βαριά. Και να έχει δωμάτιο διαθέσιμο... προς το παρόν έχω αφήσει τη λεωφόρο και ανηφορίζω σε έναν άλλο φαρδύ δρόμο, γεμάτο μεγάλα εμπορικά καταστήματα, τα περισσότερα τουριστικά. Μπροστά τους βουνά από σκουπίδια, σχεδόν κρύβουν τις βιτρίνες. Αν στην Ελλάδα βρίσκεις παντού γόπες και αποτσίγαρα, στην Ινδία παντού βλέπεις πετάμενα πλαστικά φακελάκια από πάαν και μπέτελ νατς, αυτό το μείγμα που βάφει το στόμα των ντόπιων κατακόκκινο μετά από πολύωρη χρήση. Οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα σπάνε το κεφάλι τους ανασκάβοντας ευρήματα της εποχής μας, μα καλά, πόσο πάαν κατανάλωναν;
Βρίσκω το πρώτο σημείο αναφοράς της πόλης που μαρτυρά πως είμαι σε καλό δρόμο. Περνώ μια πύλη, διακρίνω τον πύργο του ρολογιού της πόλης να δεσπόζει μπροστά σε μια πλατεία. Μεγάλη έκπληξη όμως μου προκαλεί ένα άλλο γεγονός: η έντονη ένοπλη παρουσία της αστυνομίας και του στρατού. Ανά διακόσια μέτρα περίπου της διαδρομής μου υπάρχουν στημένοι δυο τρεις ένστολοι με αυτόματα. Η ανία της υπηρεσίας είναι ευδιάκριτη στα πρόσωπά τους, είναι άλλωστε φαινόμενο διεθνές, οποίος έχει πάει στρατό το έχει αισθανθεί παραπάνω από όσο θα ήθελε. Το πέρασμα μου δεν τους ξαφνιάζει,αλλά δε δείχνουν και απειλητικοί, όσο επιτρέπεται να ειπωθεί κάτι τέτοιο για ανθρώπους που κρατούν αυτόματα στα χέρια. Τάχα μου τους ρωτάω προς τα πού πέφτει το τάδε, αν πάω καλά για το δείνα. Μου απαντάνε χαμογελαστοί με νοήματα, τα αγγλικά μάλλον δεν ήταν το δυνατό τους χαρτί. Ένας δυο ωστόσο θα μου πουν ζωηρά Happy New Year!, θέλοντας να μου δείξουν πως από αγγλικά μεγάλε δε σκαμπάζουμε, αλλά καμμία φράση τη σπρεχάρουμε, και ξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο, έχετε Πρωτοχρονιά εσείς έτσι δεν είναι; Επιστρέφω το χαμόγελο, αλήθεια πόσοι από τους δυτικούς ξέρουν πότε πέφτει το Ντιβάλι, η δική τους Πρωτοχρονιά; ή το Ραμαντάν;
Προχωρώ μέσα στην παλιά πόλη, ο δρόμος που έχω πάρει δεν είναι πια φαρδύς και μεγάλος, ούτε όμως και σοκάκι από τη μυρμηγκοφωλιά του Βαράνασι. Δεν υπάρχουν πεζοδρόμια, υπάρχουν όμως οι γνωστοί ανοιχτοί οχετοί για τα βρωμόνερα αριστερά και δεξιά. Προσπερνώ κλειστά μαγαζιά, διασχίζω σταυροδρόμια με άλλους δρόμους που δεν ακολουθούν ευθείες γραμμές. Τα κτίρια εδώ είναι πιο ανθρώπινα, δείχνουν παλιά, επάνω τους πίσω από τη σκόνη, ή, στην καλύτερη περίπτωση, πίσω από τη ξεφλουδισμένη μπογιά φαίνονται διακοσμητικά στοιχειά, κάμαρες, γεωμετρικά σχήματα χτισμένα με τούβλα, στηρίγματα μπαλκονιών με όμορφες καμπύλες, περίτεχνες καγκελόπορτες, γύψινες διακοσμήσεις γύρω από καφασωτά παράθυρα, πάνω από πόρτες, παλιά υπέροχα παρηκμασμένα αρχοντικά. Οι πλίνθινοι τοίχοι είναι ασβεστωμένοι, αλλά με το υπάρχον φως δεν μπορώ να καταλάβω ποιο είναι το χρώμα τους. Περνάω κάτω από καμάρες και πύλες κεντημένες με γεωμετρικά πρότυπα. Η φτώχια και η εγκατάλειψη είναι έκδηλη, το ίδιο έκδηλη όμως είναι και η ομορφιά που έχει απομείνει στο αστικό τοπίο που έχει δημιουργηθεί σε ανθρωπινή κλίμακα, το άρωμα της αίγλης παλαιότερων εποχών δεν έχει ξεθυμάνει εντελώς.
Περνώ έξω από έναν ινδουιστικό ναό, κεράκια, από μέσα ακούγεται ένας συνεχής βόμβος σαν ψαλμωδία. Λίγο νωρίτερα είχα αντιληφθεί έναν απόμακρο συνεχή ήχο σαν τραγούδι πολλών ανθρώπων μαζί, στο μυαλό μου έρχονται ήχοι από κάποια παράξενη λιτανεία, η φαντασία μου αρχίζει και πλέκει. Είναι προφανές, κάτι συμβαίνει απόψε στο Τζόντπουρ. Γιατί δεν κοιμούνται αυτοί, τέτοια ώρα; Τι δουλειά έχει ο στρατός στους δρόμους; τι γιορτάζουν αυτοί οι πιστοί; την πρωτοχρονιά των χριστιανών, να τρελαθούμε δηλαδή εντελώς; και τι πιστοί είναι αυτοί; ποια πίστη ακολουθούν; Τι τρέχει τελοσπαντων;
Με προσπερνά ένα στρατιωτικό τζιπ, δεν είναι το πρώτο που βλέπω. Λίγο πιο μπροστά μου σταματάει, αλλάζουνε τη βάρδια δυο στρατιωτών. Πλησιάζω, ρωτώ το μυστακοφόρο βαθμοφόρο μήπως κατά τύχη γνωρίζει αν πάω καλά για το Saji Sanwri Guest House. Είμαι τυχερός, μιλά αγγλικά, ασφαλώς όχι χωρίς τη χαρακτηριστική ινδική προφορά. Μου δίνει οδηγίες, είναι πολύ εύκολο, είναι άλλα πεντακόσια μέτρα ευθεία και λοξά δεξιά και πάλι δεξιά. Μια παρέα από πιτσιρικάδες μας προσπερνάει εύθυμη, κοντοστέκεται να μας ακούσει. Μυστήρια πράγματα. Περπατάω σε έρημους δρόμους δε ξέρω πόση ώρα, συναντώντας μόνο φαντάρους, και τώρα εμφανίζεται από το πουθενά μια παρέα με γελαστά δεκαπεντάχρονα. Ένας από αυτούς μου λέει έλα θα σε πάω, ξέρω πού είναι.
Ο μυστακοφόρος βαθμοφόρος τον αποπαίρνει μια απότομη και τραχιά φράση, τη συνοδεύει με ένα άγριο βλέμμα. Δεν του άρεσε το ότι οι πιτσιρικάδες μάλλον προσπαθούσαν να βγάλουν ένα μπαξίσι προσφέροντάς μου μια υπηρεσία που δεν χρειαζόμουν, παρόντος του ιδίου τουλάχιστον. Τι τα έχουμε πλάκα τα γαλόνια.
-Έλα μαζί μας, ανέβα στο τζιπ. Περνάμε από κει, σε ένα λεπτό θα είσαι στο ξενοδοχείο σου. Σε περιμένουν;
-Ευχαριστώ πολύ, θα περπατήσω, αν είναι μικρή η διαδρομή δεν αξίζει, μη σας βάζω σε κόπο...
-Όπως προτιμάς, Καλή χρονιά! Μου εύχεται με συγκρατημένο χαμόγελο και ανεβαίνει στο τζιπ.
Λίγο πριν κλείσει την πόρτα προλαβαίνω να τον ρωτήσω:
-Τι συμβαίνει απόψε; Γιατί ο στρατός στο δρόμο; Υπάρχει κάποια γιορτή; Υπάρχει κίνδυνος;
-Full Moon...πρόλαβε να μου απαντήσει καθώς ο οδηγός πάταγε το γκάζι.
Μάλιστα, πανσέληνος. Έχω μείνει ελαφρώς παξιμάδι. Η απόκριση του καραβανά δεν απάντησε τα ερωτηματικά μου, μάλλον δημιούργησε νέα...
Φτάνω κοντά στον προορισμό μου, βλέπω την πινακίδα να φωτίζει ρυθμικά το στενό. Αυτό που δε βλέπω είναι η ώρα να πέσω να χουχουλίσω σε ένα κρεββάτι, νομίζω πως είμαι στα όρια μου.
Χτυπάω το κουδούνι, ένας αγουροξυπνημένος νέος εμφανίζεται και μου λέει ευγενικά ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει διαθέσιμο δωμάτιο. Την πατήσαμε.
-Δηλαδή πότε έχεις δωμάτιο;
-Αύριο στις εννέα το πρωί αδειάζει ένα δωμάτιο, οπότε κατά τις εννέα και μισή είναι στη διάθεσή σας...
Τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Είναι καλές πέντε το πρωί, αλλά τέσσερις ώρες ακόμα στο δρόμο και το κρύο δεν νομίζω ότι μπορώ να αντιμετωπίσω... με ζώνουνε τα φίδια.
-Αν δεν σας πειράζει μπορώ να σας βάλω μέχρι το πρωί σε ένα κρεββάτι στο σαλόνι, και να σας ξυπνήσω όταν το δωμάτιο θα είναι έτοιμο... συμπλήρωσε ο νέος, που όσο πέρναγε η ώρα μάλλον ξύπναγε περισσότερο και κατέβαζε ιδέες η γκλάβα του.
-Ακούγεται υπέροχη ιδέα, απαντώ... Έλα ρε μεγάλε, με το τσιγκέλι θα στα βγάζουμε, εδώ είμαστε στο αμήν...
Σε δυο λεπτά είχα στρώσει σεντόνια κουβέρτες είχα πλύνει δόντια μούτρα και είχα πέσει ξερός. Κοιτάζω αφηρημένα τα κόκκινα φωτεινά ψηφία του ηλεκτρονικού ρολογιού που είναι ακουμπισμένο στο τραπεζάκι. Το κεφάλι μου είχε μουδιάσει και ένιωθα κουρασμένος από το περπάτημα. Όλα καλά, είπα μέσα μου, όλα καλά. Δε χρειαζόταν να βάλω θερμόμετρο, καταλάβαινα τα δέκατα να χορεύουν τρελαμένα στα μηνίγγια μου. Με την πανσέληνο σεληνιάστηκαν κι αυτά, βγήκαν να το γλεντήσουν.



Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Κεφάλαιο 16

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ (Ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι)




Όπως κάποια στιγμή αργότερα έμαθα, tourist quota σημαίνει πως ακόμα κι αν ένα τραίνο είναι γεμάτο, κάποιες θέσεις κρατούνται για να εξυπηρετηθούν ο τουρίστες. Δηλαδή έχει δημιουργηθεί για να κάνει τη μετακίνηση και τη ζωή των τουριστών ευκολότερη, τουλάχιστον σε ο,τι αφορά τα τραίνα. Και στους ινδικούς σιδηροδρόμους, όπως επίσης αργότερα έμαθα, με το δύσκολο τρόπο, κάθε βοήθεια είναι περισσότερο από ευπρόσδεκτη.
Στο χαοτικό σιδηροδρομικό σταθμό του Βαράνασι έφτασα με ένα ρίκσω που πήρα από τη Σοναρπούρα. Η διαδρομή δεν μπορούσε παρά να είναι και αυτή επεισοδιακή. Προκείμενου να προσεγγίσουμε το σταθμό, κάναμε το γύρο της πόλης. Όχι γιατί ο ταξιτζής ήθελε να με χρεώσει παραπάνω, τα λεφτά που θα έπαιρνε ήταν προσυμφωνημένα. Ο λόγος ήταν διαφορετικός και είχε να κάνει με κάποια γιορτή των μουσουλμάνων εκείνη την ημέρα. Παρασκευή δεν ήταν, παρ'όλα αυτά πολλοί μουσουλμάνοι είχανε βγει στους δρόμους. Κόσμος μαζεμένος σε πηγαδάκια, άνδρες με τα κεντητά λευκά καπελάκια, πολλές περισσότερες γυναίκες από το συνηθισμένο στους δρόμους, δυο-δυο, τρεις-τρεις ακολουθούν τους συζύγους από απόσταση λίγων βημάτων. Αρκετές καλυμμένες εντελώς με κατάμαυρες μπούργκες, αναπόφευκτη επίδραση των γουαχαμπίδων της Σαουδικής Αραβίας.
Μεγάφωνα στη διαπασών, πράσινες σημαίες, δρόμοι κλειστοί. Ο ταξιτζής βάζει όπισθεν και κοιτάζει προς τα πίσω για να κάνει τη μανούβρα. Δεν κάνει καμμία προσπάθεια να κρύψει την αποδοκιμασία του. Οι άκρες του κόκκινου και μπουκωμένου από τα μπέτελ στόματός του στρίβουν προς τα κάτω.
Εξ αιτίας των κλεισμένων δρόμων πρέπει να αλλάζει διαδρομή με απρόβλεπτο ακόμα και για τον ίδιο, τρόπο.
-Μουσουλμάνοι έχουν γιορτή... πρόβλημα. Μουσουλμάνοι μόνο μπελάδες...μου λέει και συνεχίζει τη δαιδαλώδη διαδρομή μέσα από γειτονιές και σοκάκια όπου για μένα κάθε σκέψη προσανατολισμού φαντάζει ουτοπική.
Η επιστροφή από το σταθμό των τραίνων, λίγες ώρες αργότερα, ήταν ακόμη χειρότερη. Ο κόσμος ήταν περισσότερος, οι δρόμοι είχαν κυριολεκτικά πήξει από ακινητοποιημένα οχήματα, άνθρωποι περνούσαν ανάμεσα στην κίνηση, πάγκοι μικροπωλητών παντού, η κάπνα, η σκόνη και τα καυσαέρια έκαναν την αναπνοή μαρτύριο. Απελπισμένοι ταξιτζήδες αντάλλασσαν πληροφορίες με τους πηγμένους γιωταχήδες που ερχόντουσαν από την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν χρειαζόταν να ξέρεις τη γλώσσα τους για να καταλάβεις τι έλεγαν, μπορούσα να το μαντέψω από τις εκφράσεις και τον τόνο τους. Μάγκες ξεχάστε το , γίνεται χαμός, όλοι οι δρόμοι γεμάτοι, δεν κουνιέται φύλλο. Ο ταξιτζής αρχίζει τις ταρζανιές, ποιοι μονόδρομοι και ποιο αντίθετο ρεύμα, κάνει με το τρίκυκλο ακροβασίες και μανούβρες αδιανόητες ακόμα και για παπάκι στην Αθήνα. Περνάμε μέσα από γειτονιές συσκοτισμένες, τα παραγκομάγαζα φωτισμένα με ένα κερί. Όχι δεν κάνουν Ανάσταση στο Βαράνασι, πέσαμε σε μια από τις συχνές διακοπές ρεύματος. Ούτως ή άλλως η κάπνα είναι τόσο πυκνή που και φώτα να υπήρχαν δεν θα βλέπαμε περισσότερα. Ένας λαβύρινθος από παράγκες και στενοσόκακα, μακρυά από τα παλάτια που βλέπουν οι τουρίστες στις όχθες του Γάγγη. Το Βαράνασι. Αφού ο οδηγός διστάσει για μια στιγμή, μπαίνει σε ένα πάρκο όπου η είσοδος για τροχοφόρα μάλλον απαγορευόταν, περνάμε από την όχθη μιας λιμνούλας, χωματόδρομοι , αγελάδες και κατσικάκια, με αυτά και με εκείνα το βγάζει πάλι το μεροκάματό του ο ταξιτζής και φτάνουμε στον προορισμό μας.
Ο σταθμός των τραίνων είναι μεγάλος, κοσμοβριθής και εύθυμα ασυνάρτητος. Αφού διασχίσω ένα πάρκινγκ, συνειδητοποιώ ότι δεν είναι πάρκινγκ αλλά δρόμος που έχει πήξει. Μετά περνάω το κανονικό πάρκινγκ και το πόστο των ρίκσω, οι ταξιτζήδες σιγά μη νοιάστηκαν αν μόλις ήρθα στο σταθμό, προσφέρονται να με κάνουν ευτυχισμένο γυρίζοντας με πίσω στο Βαράνασι, έλα κύριος, πολύ καλή τιμή. Προσπερνάω τα δημόσια ουρητήρια ακριβώς δίπλα στην είσοδο του σταθμού. Οι Ινδοί, άνθρωποι αντισυμβατικοί σ'αυτά τα πράγματα, κάνουν τα τσίσα τους φόρα παρτίδα, ακριβώς έξω από τα ουρητήρια. Περνάω την είσοδο. Τεράστιες ουρές μπροστά στα γκισέ, ομάδες από ντόπιους ταξιδιώτες που περιμένουν καθισμένοι σε κύκλους κατάχαμα, στη μέση της σάλας, άλλοι βιαστικοί περνούν ανάμεσά τους. Πλησιάζω τα γκισέ, σπρωξίδι αθλητικού επιπέδου, ο θάνατός μου η ζωή σου. Η αίσθηση της σωματικής επαφής είναι θεαματικά διαφορετική από το συνηθισμένο στο δυτικό κόσμο. Οι ταμπέλες φαίνονται κατατοπιστικές, αν ξέρεις ινδικά. Ένας μεγάλος φωτεινός πίνακας πάνω από τα γκισέ με πληροφορεί για τα δρομολόγια. Φυσικά και αυτός στα ινδικά. Κινούμαι διερευνητικά τριγύρω ανάμεσα σε ταξιδιώτες που αντίθετα με μένα δείχνουν να ξέρουν καλά πού κατευθύνονται. Με τα πολλά βλέπω ένα γραφείο με τζαμαρία, στο οποίο κάθεται ένας ένστολος υπάλληλος του σταθμού, φανερά απορροφημένος από το αθλητικό κομμάτι της εφημερίδας του. Εντούτοις, όταν του ζητάω πληροφορίες, είναι κατατοπιστικότατος, πολύ εξυπηρετικός και ευγενικός. Με παραπέμπει στη σάλα για τους τουρίστες, αριστερά όπως μπαίνεις, αφού μου γράψει σε ένα χαρτάκι λεπτομερώς το δρομολόγιο που με ενδιαφέρει. Το κρίκετ κρίκετ, αλλά και η δουλειά δουλειά.
Η σάλα των τουριστών χωρίζεται από την κεντρική σάλα με μια τζαμαρία. Στο βάθος υπάρχει ένα γραφείο όπου είναι καθισμένος ένας στρουμπουλός υπάλληλος, απασχολημένος με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες της έκδοσης των εισιτηρίων. Οι άλλες τρεις πλευρές του χώρου καταλαμβάνονται από καναπέδες όπου κάθονται και περιμένουν υπομονετικά να εξυπηρετηθούν καμμία δεκαριά δυτικοί ταξιδιώτες. Κάθομαι στη μοναδική κενή θέση και αρχίζω να συμπληρώνω το απαραίτητο έντυπο. Μετά από μερικά λεπτά βλέπω όλους τους τουρίστες να σηκώνονται και να κάθονται στο αμέσως διπλανό από τα δεξιά τους κάθισμα. Τους μιμούμαι, βλέπω μια μεγάλη ταμπέλα που λέει πως με αυτό τον τρόπο πρέπει να προχωρά η σειρά προτεραιότητας. Κάθε φορά που εξυπηρετείται ένας ταξιδιώτης, όλοι σηκώνονται και μετακινούνται μια θέση πιο κοντά στον υπάλληλο, σαν μια ουρά από καθιστούς. Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν συμβαίνει πολύ συχνά, ο υπάλληλος πάει με το πάσο του, τον έχει πνίξει άλλωστε η χαρτούρα και είναι και μόνος του. Πάντως γίνεται καλή πλάκα κάθε φορά, ειδικά με την ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα που ο πάτος της έχει κάτσει και που όλοι με τη σειρά μας δοκιμάζουμε πόσο αναπαυτική είναι, μοιάζει σαν να κάθεσαι σε ένα μεγάλο κουβά.
Μετά από μένα αργούν να έρθουν άλλοι τουρίστες, όσο προχωράει η ουρά οι καναπέδες μένουν άδειοι.
Κάποια στιγμή σκάει μύτη ένα ζευγάρι από γάλλους, ντυμένους με χοντρά ρούχα και άρβυλα, που μαρτυρούν ότι έρχονται από βόρεια. Τους εξηγώ και γω με τη σειρά μου πώς δουλεύει εκεί το σύστημα αναμονής, τους δείχνω και την πινακίδα. Με ευχαριστούν χαμογελαστοί και σαν να μην κατάλαβαν τίποτα πάνε και κάθονται άκρη άκρη, μακρυά μου. Έρχονται κι άλλοι ταξιδιώτες, και μετά κι άλλοι, κάθονται όπου να'ναι. Μετά από μένα το σύστημα πάει περίπατο. Αρχίζω να φαντάζομαι το μπέρδεμα που θα γίνει αφού εξυπηρετηθώ εγώ με το ποιος έχει σειρά. Ο στρουμπουλός υπάλληλος θα έχει μια πρωτοφανή ευκαιρία να τους πατήσει ολωνών μια κατσάδα, ρε τι ζωντόβολα είστε εσείς οι ευρωπαίοι, τι κάνετε στην πατρίδα σας, έτσι πάτε σαν τα βόδια, εδώ στην Ινδία θα μπείτε σε τάξη, ορίστε μας, δε χαμπαριάζετε από συστήματα εσείς, καλά κοτζάμ πινακίδα ίσα με τη χοντροκεφάλα σας δεν τη βλέπετε, μωρέ μπιτ στραβάδια είστε ρε παιδί μου; Χα, η εκδίκηση του Τρίτου Κόσμου, μαθήματα οργάνωσης σε δυτικούς, γκολάκι εκτός έδρας.
Προς το παρόν ο στρουμπουλός γραφειοκράτης εξυπηρετεί έμενα ( να ξέρει άραγε τι μέλλει γενέσθαι; δεν έμαθα. Αυτό δεν θα συμβαίνει όμως με τους ανοργάνωτους τουρίστες τουλάχιστον μια φορά την ημέρα; Γιαυτό άραγε να υπομειδιά μόνιμα κάτω από το μουστάκι του;)
Όχι, θέση για το Τζόντπουρ με το αυριανό δρομολόγιο δεν υπάρχει, για μεθαύριο όμως ναι, αν την κλείσω επιτόπου. Το αντίτιμο είναι περίπου τριάμισι κατοστάρικα ρουπίες. Περίπου πέντε ευρώ, για ταξίδι μεγαλύτερο από χίλια χιλιόμετρα.
Βγαίνοντας από τη σάλα των τουριστών με το εισιτήριο στο χέρι συνειδητοποιώ για πρώτη φορά αυτό που μου πιπιλάει τα αυτιά αυτές τις δυο ώρες που περίμενα να βγάλω το εισιτήριο. Και μένω αποσβολωμένος.
Δυο νύχτες πριν, βρισκόμουν ξαπλωμένος στο δωμάτιό μου στη Σοναρπούρα. Η ώρα ήταν περασμένη, και η νύχτα ήταν ποτισμένη από τους σποραδικούς και ανοίκειους ήχους της πόλης αυτής. Εκείνη τη νύχτα συντροφιά μου έκανε ένα άκουσμα που δεν είχα προσέξει άλλη φορά και που όπως αποδείχτηκε δεν ξανάκουσα πάλι από το κρεββάτι. Επρόκειτο για ένα πιιιιιρουυυλιιιι, νότες σαν από παιδικό αρμόνιο, τρεις νότες που ακολουθούσε η μια την άλλη, λα, φα, ρε. Αυτό το μινόρε ακόρντο ακολουθούσε μια γυναικεία φωνή που έλεγε μια μικρή φράση. Ύστερα σιγή για λίγα δευτερόλεπτα. Και μετά πάλι πιιιιρουυυλιιι. Ακατάληπτα λόγια της φωνής, δεν ήξερα τι έλεγε, αλλά ήξερα πώς το έλεγε, μου είχε εντυπωθεί ο ρυθμός της φράσης.
ΠΙΙΙΙΡΟΥΥΥΛΙΙΙΙ. Ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι. Μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα μπλα μπλαμπλαμπλα. ΠΙΙΙΙΡΟΥΥΥΛΙΙΙΙ. Ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι. Μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα μπλαμπλαμπλα. Πάλι και πάλι και πάλι, αυτόματα, σχεδόν αυτιστικά,σε χαμηλή ένταση. Προσπαθούσα να μαντέψω τι στην ευχή ήταν, είχα καταλήξει ότι κατά πάσα πιθανότητα ήταν ένας από αυτούς τους αυτόματους πωλητές που κάποιος μαγαζάτορας είχε ξεχάσει στην πρίζα. Δείτε εδώ το ωροσκόπιό σας. Ακουμπήστε την παλάμη σας στην επιφάνεια και ο μεγάλος μάγος Νεντάνο θα σας πει αυτόματα τη μοίρα σας. Με δυο ρουπίες μάθετε αμέσως πόσο σέξι είστε. Η σιγανή και απόμακρη φωνή έσπαγε τη σιωπή της λεωφόρου της Σοναρπούρα, όπου την ημέρα από τα κορναρίσματα δεν άκουγες τη σκέψη σου. Το πήρα απόφαση ότι δεν θα μάθαινα ποτέ την αλήθεια γιαυτό τον ήχο, όπως για τόσα άλλα. Αποκοιμήθηκα με το μαυλιστικό και μυστηριώδες πιιιρουυλιιιι, ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι να με νανουρίζει.
Αυτός ο ήχος δεν ήταν τίποτε άλλο από τις αναγγελίες των δρομολογίων από τα μεγάφωνα του σιδηροδρομικού σταθμού. Τα δρομολόγια των τραίνων δεν σταματούσαν τη νύχτα. Και ο ήχος δεν σταματούσε από τίποτα, μπορούσε εύκολα να ταξιδέψει χωρίς πολυώροφα κτίρια να τον σταματάνε. Και μόνο μια νύχτα, εκείνη τη νύχτα, ο άνεμος τον έσπρωχνε ως τη Σοναρπούρα, τέσσερα χιλιόμετρα μακρυά σε ευθεία γραμμή. Το ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι ήταν το αντίστοιχο παρακαλώ την προσοχή σας, στα ινδικά. Ένας θεός ξέρει ποιες είναι οι ακριβείς λέξεις, έμενα μόνο ο ρυθμός τους μου έμεινε. Για πάνω από δυο ώρες που έμεινα στο σταθμό, τα μεγάφωνα με βομβάρδιζαν με τον ήχο αυτό, χόρευα στο ρυθμό του τις μουσικές καρέκλες με άλλους δέκα δεκαπέντε τουρίστες για το tourist quota. Και εγώ δεν πήρα χαμπάρι πότε τον είχα ξανακούσει παρά μόνο λίγο πριν φύγω.
Κατευθύνομαι κομμένος προς την πιάτσα των ταξί. Έχει νυχτώσει πια καλά, τα δέκατα πάλι έχουν εμφανιστεί και με πελεκάνε. Το πιιρουυυλιι, ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι φτάνει ακόμα στα αυτιά μου και τώρα ξέρω καλά πλέον τι σημαίνει. Σημαίνει πως έχω το εισιτήριο στην τσέπη μου και πως σε δυο μέρες φεύγω πια από το Βαράνασι.