Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα varanasi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα varanasi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Κεφάλαιο 17

ΤΗ ΝΥΧΤΑ




Στο Βαράνασι, πριν προσπαθήσω για τελευταία φορά μέσα στην ημέρα να βρω το ξενοδοχείο μου μέσα στο δαιδαλώδες τοπίο, μου άρεσε να περιπλανιέμαι στα σοκάκια που υπάρχουν πίσω από την όχθη του Γάγγη. Στην διάρκεια της ημέρας οι δρόμοι αυτοί ήταν πιο πολυσύχναστοι. Για αυτοκίνητα φυσικά ούτε λόγος, η ζώνη αυτή είναι απροσπέλαστη. Ήταν συχνότατο όμως να σε προσπερνάνε ποδήλατα που μανουβράρανε όχι πάντα με επιτυχία ανάμεσα στους πεζούς, τι παράξενο, χωρίς να χρησιμοποιούν το κουδουνάκι τους. Στις λεωφόρους του δίνουνε και καταλαβαίνει, στα σοκάκια που παίρνουνε παραμάζωμα ανθρώπους πάγκους τσάντες και αγελάδες, σιγά μην ασχοληθούμε. Το ίδιο συχνό είναι η κίνηση να κολλάει από πλανόδιους που σπρώχνουν τον πάγκο τους προς άγραν πελατών. Και αν βρεθούν δυο τέτοια καρότσια με αντίθετη κατεύθυνση μέσα στο ίδιο σοκάκι, χάσαμε...
Οι πεζοί, κάθε καρυδιάς καρύδι. Γυναίκες τυλιγμένες στα σάρι τους, τουρίστες, ζητιάνοι κάθε κατηγορίας, Σιχ που τραβάνε προς το χρυσό ναό, αξιοσέβαστοι κύριοι και καταστηματάρχες, δυτικοί τουρίστες που έχουν μείνει καιρό πια στην Ινδία, ξυπόλυτοι στα βρώμικα πλακόστρωτα σοκάκια, νταλίτ οπλισμένοι με μακρυά μπαμπού, επιφορτισμένοι με το ξεβούλωμα των υπονόμων, επί το έργον...
Τη νύχτα όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Η φασαρία και οι φωνές έχουν κοπάσει, οι άνθρωποι όσο περνάει η ώρα όλο και λιγοστεύουν. Ώρα να βρούμε να τσιμπήσουμε κάτι και να πιούμε το τελευταίο τσάι της ημέρας.
Με τον καναδό φιλαράκο μου είχαμε προτιμήσει να δειπνήσουμε σε ένα εστιατόριο με χαμηλά τραπεζάκια, μαξιλάρια και χαλαρή ατμοσφαιρική υπόκρουση από δυο μουσικούς. Αφού φάγαμε τα τάλι μας (πιατέλα με ρύζι φακές και διάφορα λαχανικά) και τα πάλακ πανίρ μας( μαγειρευτό με σπανάκι και τυρί, μιαμ μιαμ), περιμένουμε να πάει δέκα η ώρα για να μπορούμε να καπνίσουμε στο εσωτερικό του καταστήματος...παράξενη ινδική νομοθεσία προφανώς...
Πριν φτάσουμε στο εστιατόριο και κάνοντας τη βόλτα μας στην όχθη, είχαμε περάσει από το Raj Ghat. To παλάτι εκεί όπως μας είπαν λειτουργούσε πλέον ως ξενοδοχείο και εκείνη τη νύχτα ήταν κλεισμένο από έναν πολύ πλούσιο τύπο για κάποια δεξίωση. Γιορτή; Γάμος; δε μάθαμε. Αυτό που είδαμε όμως στην προβλήτα μας έδινε την εντύπωση πως ήταν κάτι σημαντικό, ή ότι ότι ο τύπος ήθελε πραγματικά να εντυπωσιάσει τους καλεσμένους του, ή και τα δυο. Τα σκαλοπάτια της προβλήτας ήταν γεμάτα από καντηλάκια αναμμένα και τακτικά τοποθετημένα. Μια γυναίκα είχε επιφορτιστεί να τα κρατάει αναμμένα, πήγαινε και ερχόταν με ένα κερί στο χέρι και άναβε όσα είχαν σβήσει. Ευτυχώς γι'αυτήν δεν φύσαγε αέρας, η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε αυτή η παράξενη φωταγωγία ήταν μαγική...ντόπιοι και τουρίστες χάζευαν τριγύρω, παιδάκια παίζανε ανάμεσα στα καντηλάκια. Κάποια στιγμή δυο ντόπιοι, πιθανόν υπάλληλοι του ξενοδοχείου κατεβαίνουν ως το νερό. Ο ένας κρατάει ένα καντηλέρι και το κινεί κυκλικά στον αέρα, ο άλλος φυσά μια μπουρού. Αάρτι τέτοια ώρα; Μήπως σινιάλο σε καλεσμένους που έρχονται με βάρκα? Ούτε αυτό το μάθαμε.
-Πέρασα από τη κουζίνα, πάνω από τους μισούς που απασχολούνται μέσα είναι ανήλικοι, το'ξερες;
Κοιτάζω μια το David, μια την κατσαρίδα που έχει ανέβει πάνω στο τραπέζι μας και βολτάρει ψαχουλεύοντας με τις κεραίες της ανάμεσα στα πιάτα, τη βλέπει και αυτός, χαμογελά αμυδρά. Παραγγέλνουμε γλυκά.
Η σάλα του εστιατορίου είναι στον πρώτο όροφο και έχει ένα στενό μπαλκόνι στρωμένο με μαξιλάρες, με τσίγκο από πάνω και κλειστό με συρμάτινο πλέγμα γύρω γύρω, προφανώς για προστασία από τις μαϊμούδες. Μερικές νύχτες αργότερα, όταν ξαναβρέθηκα στο ίδιο εστιατόριο, στο μπαλκόνι αυτή τη φορά και με άλλη παρέα, μας ξάφνιασε ο ξαφνικός γδούπος και ο θόρυβος πάνω από τα κεφάλια μας. Όπως είδαμε αμέσως μετά, επρόκειτο για μια μητέρα με τα μαιμουδάκια της που πέρναγαν από πάνω μας κάνοντας ίσως το συνηθισμένο τους δρομολόγιο από τα μπαλκόνια του Βαράνασι.
Στον κεντρικό δρόμο πίσω από την όχθη υπήρχε και ένα συμπαθητικό καφέ, με φιλικές γιαπωνέζες σερβιτόρες και αξιολύπητη γιαπωνέζικη ποπ μουσική, το οποίο προτιμούσα για μια στάση για ένα τοστ και τσάι. Ο ιδιοκτήτης κατά τα φαινόμενα είχε ανοιχτούς λογαριασμούς με τη χωρά του Ανατέλλοντος Ήλιου. Δεν είχε σχέση με τα ινδικά στάνταρ, με διακόσμηση που άγγιζε το κιτς, έδειχνε σχετικά πιο καθαρό από άλλες εναλλακτικές στο μέρος. Ένα βραδάκι είχα μοιραστεί το τραπέζι μου με έναν αμερικανό, πρώην στρατιώτη στο Ιράκ, νυν άεργο εκ πεποιθήσεως, με τον οποίο είχαμε ανοίξει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Αρκετή ώρα αργότερα από την αρχή της κουβέντας, και αφού αυτή είχε φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα μεταφυσικής και αμπελοφιλοσοφίας, μου στρέφει την προσοχή σε κάτι άσχετο:
-Τόσην ώρα που μιλάμε, εκεί δίπλα στο κασετόφωνο, τριγυρίζει ένα ποντικάκι μικρό, και κανένας δεν του κάνει τίποτα...
Γυρίζω για να δω, έχει δίκιο. Καθόταν και παρατηρούσε γύρω ατάραχο. Μάλιστα είχαμε την εντύπωση ότι του είχανε αφήσει κάτι ψιχουλάκια εκεί επί τούτου. Μπορεί να του άρεσαν και τα γιαπωνέζικα χιτάκια. Εμένα πάντως το ποντικάκι με ενόχλησε λιγότερο από τη μουσική...
Ένα άλλο ξαδελφάκι του ποντικιού αυτού καθόμασταν και κάναμε χάζι ένα άλλο βράδυ, σε έναν άλλο καφενέ λίγο πιο κάτω. Είχα μόλις γνωρίσει το Χουάν και τη Μπελέν από την Αργεντινή και μετά από μια σύντομη κουβέντα, την προσοχή μας είχε τραβήξει ένας πολύ ριψοκίνδυνος εκπρόσωπος της οικογένειας των τρωκτικών. Ετούτο το ποντικάκι δεν ήταν της μουσικής, του αρέσανε οι ακραίες καταστάσεις και τα ακροβατικά. Είχε σκαρφαλώσει με μαεστρία τον τοίχο του καταστήματος, και αφού διαπίστωσε κάποια στιγμή ότι ο τοίχος σταματάει και αλλάζει όνομα, λέγεται πλέον ταβάνι, βρήκε και βάλθηκε να σκαρφαλώνει το καλώδιο που έφτανε στο γυμνό γλόμπο που φώτιζε αρρωστημένα τη σάλα, στη μέση της οροφής. Μας έκοψε δε την ανάσα όταν, χάνοντας στιγμιαία τον έλεγχο , βρέθηκε κρεμασμένο από τα δυο χέρια του και την ουρά του να κόβει κύκλους αναζητώντας τη χαμένη ισορροπία. Αλλά τα τόσα χρόνια γυμναστικής δεν πέρασαν άδικα για το ποντικάκι μας, εκτελώντας κίνηση μονόζυγου, βρέθηκε πάλι αξιόμαχο να συνεχίζει την εξερεύνηση στο κέντρο του ταβανιού. Φτάνοντας εκεί και βλέποντας πως δεν υπάρχει τίποτα το αξιόλογο, παίρνει το δρόμο της επιστροφής, πιθανώς αναλογιζόμενο ότι σε ένα ταξίδι σημασία έχει η διαδρομή και όχι ο προορισμός. Τόση φιλοσοφία τα ποντίκια...
- Θα πάμε σε μια συναυλία μετά, θέλεις να έρθεις μαζί μας;
- Φυσικά, γιατί όχι;
-Ωραία. Πρώτα όμως έχουμε να περάσουμε από το δωμάτιό μας, θέλουμε να δοκιμάσουμε το τσίλουμ που μόλις αγοράσαμε...
Διασχίζοντας το λαβύρινθο μέσα από στενά και σοκάκια, βρίσκουμε την ταμπέλα του international music ashram, του κέντρου που οργάνωνε βραδιές παραδοσιακής ινδικής μουσικής. Κράχτες ακροβολισμένοι στις γωνίες του δρόμου προτίθενται να μας δείξουν το δρόμο για το κέντρο, αλλά ο Χουάν έχει άλλη γνώμη. Πιστεύοντας πως αν μας πάνε οι κράχτες θα χρεωθούμε εμείς την προμήθειά τους (άποψη που εκ των ύστερων αποδείχθηκε λανθασμένη) ανοίγει το βήμα προτρέποντας και εμάς να τον μιμηθούμε. Ο κράχτης κάνει το ίδιο και επιταχύνει για να βγει μπροστά μας. Καταλήγουμε να τρέχουμε ο ένας πίσω από τον άλλο στα στενά, ο Χουάν δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει τον κράχτη να οδηγήσει την κούρσα. Το θέαμα που προσφέραμε πρέπει να ήταν μάλλον κωμικό. Περνάμε την χαμηλή είσοδο του άσραμ, χτυπάμε και οι τρεις διαδοχικά το κεφάλι μας στην κάσα της πόρτας. Τρίο Στούτζες, το θέαμα συνεχίζεται. Ο Χουάν ζητάει την τιμή εισόδου στον ηλικιωμένο ταμία, τονίζοντας ότι ήρθαμε μόνοι μας και δεν μας έφερε ο κράχτης. Και τρίβοντας παράλληλα το χτυπημένο κεφάλι του.
- Η είσοδος κοστίζει 150 ρουπίες το άτομο.
- Ελάτε τώρα, σας είπα πως ήρθαμε μόνοι μας, δεν μας έφερε ο κράχτης, αλήθεια. Και είμαστε τρεις, μπορείτε να μας κάνετε καλύτερη τιμή...100 ρουπίες.
- Σας παρακαλώ κύριε, μην με ενοχλείτε... η είσοδος κοστίζει 150 ρουπίες το άτομο, απαντά σοβαρός ο ταμίας, που κοιτά τον αργεντινό με απαξίωση μέσα από τα χοντρά πρεσβυωπικά γυαλιά του.
Ο Χουάν συνειδητοποιεί πως χώρος για παζάρια, εδώ τουλάχιστον, δεν υπάρχει, οι τιμές είναι φιξ. Πληρώνουμε το εισιτήριο και μπαίνουμε στην αίθουσα. Βγάζουμε τα παπούτσια, καθόμαστε σταυροπόδι στο άσπρο πανί του δαπέδου...
Η μουσική και τις δυο φορές που πήγα στο international music ashram ήταν πολύ καλή. Τη δεύτερη φορά δε, στο σιτάρ αναγνώρισα το μουσικό που είχε συμμετάσχει στο φεστιβάλ ''έλληνες και ινδοί'' που είχε διοργανωθεί εδώ, από το Ross Daly, πριν από χρόνια. To κοινό παραδόξως και ευτυχώς έδειχνε σεβασμό απέναντι στους μουσικούς και κρατούσε ευλαβικά ησυχία στη διάρκεια της μουσικής. Στο διάλειμμα μοίρασαν πήλινα κουπάκια, αυτά της μιας χρήσης και σέρβιραν γλυκό τσάι με λεμόνι.
Με το τέλος της συναυλίας κατά τις έντεκα και βγαίνοντας στο δρόμο, διαπιστώνω ότι οι δρόμοι και πάλι έχουν πια ερημώσει. Τα μαγαζιά έχουν όλα κλείσει, ανοιχτοί μόνο οι πλανόδιοι στα κεντρικά σημεία που ετοιμάζουν αυγά τηγανητά και πουλάνε τζαλεμπί, εκείνους τους σιροπιαστούς κεντητούς λουκουμάδες. Είναι αργά πια για μένα, παίρνω το δρόμο για τη Σοναρπούρα.
Μπαίνω στο μπάνιο με το φακό. Πάνω στο χαρτί υγείας βρίσκω ένα ποντικοκούραδο. Μάλιστα. Γυρίζω στο κρεββάτι, φοράω το μπαφ της μηχανής στο κεφάλι, σα σκούφο. Τώρα πια όχι μόνο για τα μάτια και το κρύο, αλλά και για να μη μου τραγανίσει κανένα ποντικάκι το αυτί την ώρα που κοιμάμαι.
Βάζω το θερμόμετρο στο σκοτάδι. 37 και 4. Σιγά μην έπεφτε δηλαδή. Δέκατα. Εδώ και ενάμιση μήνα, τα απογεύματα και μετά. Να είναι κάτι που τσίμπησα στο Κάιρο τον Οκτώβρη? Δώστου φρούτα άπλυτα εκεί, δώστου νερό από το δίκτυο, δώστου φαγάκι από το δρόμο, πήγαινα γυρεύοντας... Ίσως πάλι να συνδέονται με τα εμβόλια? Άλλωστε εμφανίστηκαν 3 μέρες μετά αυτό το διπλό της διφθερίτιδας-τετάνου. Λοιμώδης μονοπυρήνωση, άτυπη? Κάποια στιγμή θα μάθουμε( σημ. ακόμα δε μάθαμε...)
Πρέπει να είμαι ο μοναδικός που έφυγε άρρωστος ταξίδι για Ινδία. Και γύρισε υγιής. Ανάποδος,τι τα θες... Ωστόσο, πιστεύω πως κατά ένα περίεργο τρόπο, είναι και αυτά τα δέκατα που με τσακίσανε τόσες μέρες, με την κακουχία και τη μιζέρια που με κερνάγανε, που αφήσανε το αποτύπωμά τους κατά μήκος της δικής μου διαδρομής. Αν ήμουν εντελώς καλά ίσως να είχα ακολουθήσει άλλο δρόμο. Αναρωτιέμαι αν ήταν τελικά και τα δέκατα ανάμεσα στα πράγματα που απογειώσανε το ταξίδι μου, πολύ πριν σηκωθούνε οι ρόδες του πρώτου αεροπλάνου. Αυτή η ανησυχία, η απρόβλεπτη κομμάρα που ερχόταν και έφευγε, η αβεβαιότητα με ώθησε να πάρω μερικές βασικές αποφάσεις που αφορούσαν τους επόμενους 2 μήνες τουλάχιστον. Που αφορούσαν πράγματα σε άμεση σχέση με το ταξίδι, και είχαν και αντίκτυπο και μετά το ταξίδι. Άλλωστε, ποιος να ξέρει από πού προερχόταν αυτή η μετέωρη αίσθηση που με ώθησε να παίρνω φόρα και να πηδάω στην πισίνα, χωρίς απαραίτητα πρώτα να κοιτάω αν έχει νερό μέσα, πριν, και στη διάρκεια του ταξιδιού. Δεν ξέρω πώς έγινε, δε νομίζω πως έχει σημασία. Απλά, άφησα τα πράγματα στη ζωή.
Διακοπή ρεύματος. Πάλι. Ανάβω το φακό, για να διαπιστώσω ότι έχει νέφος μέσα στο δωμάτιο. Κάπνα πυκνή. Ανοίγω το τηλέφωνό, το ξανακλείνω για λόγους οικονομίας ενέργειας. Μηνύματα τρελλά, ε ρε γλέντια. Στην Αθήνα με περιμένουν άλλα. Τελικά, εγώ κοιμάμαι και η τύχη μου δουλεύει, ή εγώ δουλεύω και η τύχη μου κοιμάται; Βγαίνω στο μπαλκόνι να καπνίσω. Νέφος και εδώ. Με το ζόρι διακρίνω την έρημη και χωρίς κόρνες στις 2 η ώρα τη νύχτα λεωφόρο. Από μακρυά έρχεται ο αχός σαν μπουρού από ένα τραίνο. Στο ναό της Κάλι, μπροστά μου, εκεί που όλη μέρα παίζανε κρίκετ με τις ώρες, επικρατεί νεκρική ακινησία. Μια πόλη που πλέει ασυνάρτητη και ζαλισμένη πλάι στον πηγμένο Γάγγη, πνιγμένη, χαμένη στη σκόνη, την κάπνα και την υγρασία. Και τα σκατά. Μπαίνω ξανά μέσα. Θυμάμαι που κάποιος στο σταθμό, εκεί που περίμενα, με ρώτησε αν θα ξανάρθω. Έκανα μια γκριμάτσα, σηκώνοντας τους ώμους. Πού να ξέρω.
Την τελευταία μέρα μου στο Βαράνασι θα την περάσω στα σοκάκια, ψωνίζοντας, παζαρεύοντας, χαζεύοντας. Από τα ghats δε θα περάσω, δε γίνεται. Με τους αποχαιρετισμούς δεν είμαι καλός. Πρέπει να φύγω από εδώ, αυτή η πόλη αν μείνεις καιρό, σε καταπίνει.



Κεφάλαιο 16

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ (Ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι)




Όπως κάποια στιγμή αργότερα έμαθα, tourist quota σημαίνει πως ακόμα κι αν ένα τραίνο είναι γεμάτο, κάποιες θέσεις κρατούνται για να εξυπηρετηθούν ο τουρίστες. Δηλαδή έχει δημιουργηθεί για να κάνει τη μετακίνηση και τη ζωή των τουριστών ευκολότερη, τουλάχιστον σε ο,τι αφορά τα τραίνα. Και στους ινδικούς σιδηροδρόμους, όπως επίσης αργότερα έμαθα, με το δύσκολο τρόπο, κάθε βοήθεια είναι περισσότερο από ευπρόσδεκτη.
Στο χαοτικό σιδηροδρομικό σταθμό του Βαράνασι έφτασα με ένα ρίκσω που πήρα από τη Σοναρπούρα. Η διαδρομή δεν μπορούσε παρά να είναι και αυτή επεισοδιακή. Προκείμενου να προσεγγίσουμε το σταθμό, κάναμε το γύρο της πόλης. Όχι γιατί ο ταξιτζής ήθελε να με χρεώσει παραπάνω, τα λεφτά που θα έπαιρνε ήταν προσυμφωνημένα. Ο λόγος ήταν διαφορετικός και είχε να κάνει με κάποια γιορτή των μουσουλμάνων εκείνη την ημέρα. Παρασκευή δεν ήταν, παρ'όλα αυτά πολλοί μουσουλμάνοι είχανε βγει στους δρόμους. Κόσμος μαζεμένος σε πηγαδάκια, άνδρες με τα κεντητά λευκά καπελάκια, πολλές περισσότερες γυναίκες από το συνηθισμένο στους δρόμους, δυο-δυο, τρεις-τρεις ακολουθούν τους συζύγους από απόσταση λίγων βημάτων. Αρκετές καλυμμένες εντελώς με κατάμαυρες μπούργκες, αναπόφευκτη επίδραση των γουαχαμπίδων της Σαουδικής Αραβίας.
Μεγάφωνα στη διαπασών, πράσινες σημαίες, δρόμοι κλειστοί. Ο ταξιτζής βάζει όπισθεν και κοιτάζει προς τα πίσω για να κάνει τη μανούβρα. Δεν κάνει καμμία προσπάθεια να κρύψει την αποδοκιμασία του. Οι άκρες του κόκκινου και μπουκωμένου από τα μπέτελ στόματός του στρίβουν προς τα κάτω.
Εξ αιτίας των κλεισμένων δρόμων πρέπει να αλλάζει διαδρομή με απρόβλεπτο ακόμα και για τον ίδιο, τρόπο.
-Μουσουλμάνοι έχουν γιορτή... πρόβλημα. Μουσουλμάνοι μόνο μπελάδες...μου λέει και συνεχίζει τη δαιδαλώδη διαδρομή μέσα από γειτονιές και σοκάκια όπου για μένα κάθε σκέψη προσανατολισμού φαντάζει ουτοπική.
Η επιστροφή από το σταθμό των τραίνων, λίγες ώρες αργότερα, ήταν ακόμη χειρότερη. Ο κόσμος ήταν περισσότερος, οι δρόμοι είχαν κυριολεκτικά πήξει από ακινητοποιημένα οχήματα, άνθρωποι περνούσαν ανάμεσα στην κίνηση, πάγκοι μικροπωλητών παντού, η κάπνα, η σκόνη και τα καυσαέρια έκαναν την αναπνοή μαρτύριο. Απελπισμένοι ταξιτζήδες αντάλλασσαν πληροφορίες με τους πηγμένους γιωταχήδες που ερχόντουσαν από την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν χρειαζόταν να ξέρεις τη γλώσσα τους για να καταλάβεις τι έλεγαν, μπορούσα να το μαντέψω από τις εκφράσεις και τον τόνο τους. Μάγκες ξεχάστε το , γίνεται χαμός, όλοι οι δρόμοι γεμάτοι, δεν κουνιέται φύλλο. Ο ταξιτζής αρχίζει τις ταρζανιές, ποιοι μονόδρομοι και ποιο αντίθετο ρεύμα, κάνει με το τρίκυκλο ακροβασίες και μανούβρες αδιανόητες ακόμα και για παπάκι στην Αθήνα. Περνάμε μέσα από γειτονιές συσκοτισμένες, τα παραγκομάγαζα φωτισμένα με ένα κερί. Όχι δεν κάνουν Ανάσταση στο Βαράνασι, πέσαμε σε μια από τις συχνές διακοπές ρεύματος. Ούτως ή άλλως η κάπνα είναι τόσο πυκνή που και φώτα να υπήρχαν δεν θα βλέπαμε περισσότερα. Ένας λαβύρινθος από παράγκες και στενοσόκακα, μακρυά από τα παλάτια που βλέπουν οι τουρίστες στις όχθες του Γάγγη. Το Βαράνασι. Αφού ο οδηγός διστάσει για μια στιγμή, μπαίνει σε ένα πάρκο όπου η είσοδος για τροχοφόρα μάλλον απαγορευόταν, περνάμε από την όχθη μιας λιμνούλας, χωματόδρομοι , αγελάδες και κατσικάκια, με αυτά και με εκείνα το βγάζει πάλι το μεροκάματό του ο ταξιτζής και φτάνουμε στον προορισμό μας.
Ο σταθμός των τραίνων είναι μεγάλος, κοσμοβριθής και εύθυμα ασυνάρτητος. Αφού διασχίσω ένα πάρκινγκ, συνειδητοποιώ ότι δεν είναι πάρκινγκ αλλά δρόμος που έχει πήξει. Μετά περνάω το κανονικό πάρκινγκ και το πόστο των ρίκσω, οι ταξιτζήδες σιγά μη νοιάστηκαν αν μόλις ήρθα στο σταθμό, προσφέρονται να με κάνουν ευτυχισμένο γυρίζοντας με πίσω στο Βαράνασι, έλα κύριος, πολύ καλή τιμή. Προσπερνάω τα δημόσια ουρητήρια ακριβώς δίπλα στην είσοδο του σταθμού. Οι Ινδοί, άνθρωποι αντισυμβατικοί σ'αυτά τα πράγματα, κάνουν τα τσίσα τους φόρα παρτίδα, ακριβώς έξω από τα ουρητήρια. Περνάω την είσοδο. Τεράστιες ουρές μπροστά στα γκισέ, ομάδες από ντόπιους ταξιδιώτες που περιμένουν καθισμένοι σε κύκλους κατάχαμα, στη μέση της σάλας, άλλοι βιαστικοί περνούν ανάμεσά τους. Πλησιάζω τα γκισέ, σπρωξίδι αθλητικού επιπέδου, ο θάνατός μου η ζωή σου. Η αίσθηση της σωματικής επαφής είναι θεαματικά διαφορετική από το συνηθισμένο στο δυτικό κόσμο. Οι ταμπέλες φαίνονται κατατοπιστικές, αν ξέρεις ινδικά. Ένας μεγάλος φωτεινός πίνακας πάνω από τα γκισέ με πληροφορεί για τα δρομολόγια. Φυσικά και αυτός στα ινδικά. Κινούμαι διερευνητικά τριγύρω ανάμεσα σε ταξιδιώτες που αντίθετα με μένα δείχνουν να ξέρουν καλά πού κατευθύνονται. Με τα πολλά βλέπω ένα γραφείο με τζαμαρία, στο οποίο κάθεται ένας ένστολος υπάλληλος του σταθμού, φανερά απορροφημένος από το αθλητικό κομμάτι της εφημερίδας του. Εντούτοις, όταν του ζητάω πληροφορίες, είναι κατατοπιστικότατος, πολύ εξυπηρετικός και ευγενικός. Με παραπέμπει στη σάλα για τους τουρίστες, αριστερά όπως μπαίνεις, αφού μου γράψει σε ένα χαρτάκι λεπτομερώς το δρομολόγιο που με ενδιαφέρει. Το κρίκετ κρίκετ, αλλά και η δουλειά δουλειά.
Η σάλα των τουριστών χωρίζεται από την κεντρική σάλα με μια τζαμαρία. Στο βάθος υπάρχει ένα γραφείο όπου είναι καθισμένος ένας στρουμπουλός υπάλληλος, απασχολημένος με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες της έκδοσης των εισιτηρίων. Οι άλλες τρεις πλευρές του χώρου καταλαμβάνονται από καναπέδες όπου κάθονται και περιμένουν υπομονετικά να εξυπηρετηθούν καμμία δεκαριά δυτικοί ταξιδιώτες. Κάθομαι στη μοναδική κενή θέση και αρχίζω να συμπληρώνω το απαραίτητο έντυπο. Μετά από μερικά λεπτά βλέπω όλους τους τουρίστες να σηκώνονται και να κάθονται στο αμέσως διπλανό από τα δεξιά τους κάθισμα. Τους μιμούμαι, βλέπω μια μεγάλη ταμπέλα που λέει πως με αυτό τον τρόπο πρέπει να προχωρά η σειρά προτεραιότητας. Κάθε φορά που εξυπηρετείται ένας ταξιδιώτης, όλοι σηκώνονται και μετακινούνται μια θέση πιο κοντά στον υπάλληλο, σαν μια ουρά από καθιστούς. Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν συμβαίνει πολύ συχνά, ο υπάλληλος πάει με το πάσο του, τον έχει πνίξει άλλωστε η χαρτούρα και είναι και μόνος του. Πάντως γίνεται καλή πλάκα κάθε φορά, ειδικά με την ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα που ο πάτος της έχει κάτσει και που όλοι με τη σειρά μας δοκιμάζουμε πόσο αναπαυτική είναι, μοιάζει σαν να κάθεσαι σε ένα μεγάλο κουβά.
Μετά από μένα αργούν να έρθουν άλλοι τουρίστες, όσο προχωράει η ουρά οι καναπέδες μένουν άδειοι.
Κάποια στιγμή σκάει μύτη ένα ζευγάρι από γάλλους, ντυμένους με χοντρά ρούχα και άρβυλα, που μαρτυρούν ότι έρχονται από βόρεια. Τους εξηγώ και γω με τη σειρά μου πώς δουλεύει εκεί το σύστημα αναμονής, τους δείχνω και την πινακίδα. Με ευχαριστούν χαμογελαστοί και σαν να μην κατάλαβαν τίποτα πάνε και κάθονται άκρη άκρη, μακρυά μου. Έρχονται κι άλλοι ταξιδιώτες, και μετά κι άλλοι, κάθονται όπου να'ναι. Μετά από μένα το σύστημα πάει περίπατο. Αρχίζω να φαντάζομαι το μπέρδεμα που θα γίνει αφού εξυπηρετηθώ εγώ με το ποιος έχει σειρά. Ο στρουμπουλός υπάλληλος θα έχει μια πρωτοφανή ευκαιρία να τους πατήσει ολωνών μια κατσάδα, ρε τι ζωντόβολα είστε εσείς οι ευρωπαίοι, τι κάνετε στην πατρίδα σας, έτσι πάτε σαν τα βόδια, εδώ στην Ινδία θα μπείτε σε τάξη, ορίστε μας, δε χαμπαριάζετε από συστήματα εσείς, καλά κοτζάμ πινακίδα ίσα με τη χοντροκεφάλα σας δεν τη βλέπετε, μωρέ μπιτ στραβάδια είστε ρε παιδί μου; Χα, η εκδίκηση του Τρίτου Κόσμου, μαθήματα οργάνωσης σε δυτικούς, γκολάκι εκτός έδρας.
Προς το παρόν ο στρουμπουλός γραφειοκράτης εξυπηρετεί έμενα ( να ξέρει άραγε τι μέλλει γενέσθαι; δεν έμαθα. Αυτό δεν θα συμβαίνει όμως με τους ανοργάνωτους τουρίστες τουλάχιστον μια φορά την ημέρα; Γιαυτό άραγε να υπομειδιά μόνιμα κάτω από το μουστάκι του;)
Όχι, θέση για το Τζόντπουρ με το αυριανό δρομολόγιο δεν υπάρχει, για μεθαύριο όμως ναι, αν την κλείσω επιτόπου. Το αντίτιμο είναι περίπου τριάμισι κατοστάρικα ρουπίες. Περίπου πέντε ευρώ, για ταξίδι μεγαλύτερο από χίλια χιλιόμετρα.
Βγαίνοντας από τη σάλα των τουριστών με το εισιτήριο στο χέρι συνειδητοποιώ για πρώτη φορά αυτό που μου πιπιλάει τα αυτιά αυτές τις δυο ώρες που περίμενα να βγάλω το εισιτήριο. Και μένω αποσβολωμένος.
Δυο νύχτες πριν, βρισκόμουν ξαπλωμένος στο δωμάτιό μου στη Σοναρπούρα. Η ώρα ήταν περασμένη, και η νύχτα ήταν ποτισμένη από τους σποραδικούς και ανοίκειους ήχους της πόλης αυτής. Εκείνη τη νύχτα συντροφιά μου έκανε ένα άκουσμα που δεν είχα προσέξει άλλη φορά και που όπως αποδείχτηκε δεν ξανάκουσα πάλι από το κρεββάτι. Επρόκειτο για ένα πιιιιιρουυυλιιιι, νότες σαν από παιδικό αρμόνιο, τρεις νότες που ακολουθούσε η μια την άλλη, λα, φα, ρε. Αυτό το μινόρε ακόρντο ακολουθούσε μια γυναικεία φωνή που έλεγε μια μικρή φράση. Ύστερα σιγή για λίγα δευτερόλεπτα. Και μετά πάλι πιιιιρουυυλιιι. Ακατάληπτα λόγια της φωνής, δεν ήξερα τι έλεγε, αλλά ήξερα πώς το έλεγε, μου είχε εντυπωθεί ο ρυθμός της φράσης.
ΠΙΙΙΙΡΟΥΥΥΛΙΙΙΙ. Ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι. Μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα μπλα μπλαμπλαμπλα. ΠΙΙΙΙΡΟΥΥΥΛΙΙΙΙ. Ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι. Μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα μπλαμπλαμπλα. Πάλι και πάλι και πάλι, αυτόματα, σχεδόν αυτιστικά,σε χαμηλή ένταση. Προσπαθούσα να μαντέψω τι στην ευχή ήταν, είχα καταλήξει ότι κατά πάσα πιθανότητα ήταν ένας από αυτούς τους αυτόματους πωλητές που κάποιος μαγαζάτορας είχε ξεχάσει στην πρίζα. Δείτε εδώ το ωροσκόπιό σας. Ακουμπήστε την παλάμη σας στην επιφάνεια και ο μεγάλος μάγος Νεντάνο θα σας πει αυτόματα τη μοίρα σας. Με δυο ρουπίες μάθετε αμέσως πόσο σέξι είστε. Η σιγανή και απόμακρη φωνή έσπαγε τη σιωπή της λεωφόρου της Σοναρπούρα, όπου την ημέρα από τα κορναρίσματα δεν άκουγες τη σκέψη σου. Το πήρα απόφαση ότι δεν θα μάθαινα ποτέ την αλήθεια γιαυτό τον ήχο, όπως για τόσα άλλα. Αποκοιμήθηκα με το μαυλιστικό και μυστηριώδες πιιιρουυλιιιι, ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι να με νανουρίζει.
Αυτός ο ήχος δεν ήταν τίποτε άλλο από τις αναγγελίες των δρομολογίων από τα μεγάφωνα του σιδηροδρομικού σταθμού. Τα δρομολόγια των τραίνων δεν σταματούσαν τη νύχτα. Και ο ήχος δεν σταματούσε από τίποτα, μπορούσε εύκολα να ταξιδέψει χωρίς πολυώροφα κτίρια να τον σταματάνε. Και μόνο μια νύχτα, εκείνη τη νύχτα, ο άνεμος τον έσπρωχνε ως τη Σοναρπούρα, τέσσερα χιλιόμετρα μακρυά σε ευθεία γραμμή. Το ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι ήταν το αντίστοιχο παρακαλώ την προσοχή σας, στα ινδικά. Ένας θεός ξέρει ποιες είναι οι ακριβείς λέξεις, έμενα μόνο ο ρυθμός τους μου έμεινε. Για πάνω από δυο ώρες που έμεινα στο σταθμό, τα μεγάφωνα με βομβάρδιζαν με τον ήχο αυτό, χόρευα στο ρυθμό του τις μουσικές καρέκλες με άλλους δέκα δεκαπέντε τουρίστες για το tourist quota. Και εγώ δεν πήρα χαμπάρι πότε τον είχα ξανακούσει παρά μόνο λίγο πριν φύγω.
Κατευθύνομαι κομμένος προς την πιάτσα των ταξί. Έχει νυχτώσει πια καλά, τα δέκατα πάλι έχουν εμφανιστεί και με πελεκάνε. Το πιιρουυυλιι, ντράν τουντάμ πιντάμ ντάντζι φτάνει ακόμα στα αυτιά μου και τώρα ξέρω καλά πλέον τι σημαίνει. Σημαίνει πως έχω το εισιτήριο στην τσέπη μου και πως σε δυο μέρες φεύγω πια από το Βαράνασι.

Κεφάλαιο 15


ΜΗΝ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ ΤΟ ΒΡΑΧΜΑΝΟ





Νωρίς το πρωί, κάθομαι στο κεντρικό ghat, πίνω το τσάι μου και χαζεύω γύρω. Δίπλα μου μια μικρή παρέα από αγουροξυπνημένους ντόπιους που πλένουν τα δόντια τους. Οδοντόβουρτσα; Όχι βέβαια. Χρησιμοποιούν ένα μικρό χλωρό κλαράκι από δέντρο. Το μασουλάνε στην άκρη για να μαλακώσει και να ξεφτίσει. Μετά καταπιάνονται να τρίβουν δόντια και ούλα. Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η μέθοδος στην καταπολέμηση της τερηδόνας και της ουλίτιδας. Τα δεδομένα πάντως εκ της παρατηρήσεως είναι αποκαρδιωτικά, στα χαμογελά των ντόπιων χάσκουν κενά από χαμένα δόντια. Προφανώς πρόκειται για έναν άνισο πόλεμο. Από τη μια ένα κλαράκι. Από την άλλη, κάτι το paan και τα betel nuts που διαλύουν τα ούλα, κάτι η παροιμιώδης αδυναμία των Ινδών για τα γλυκά, κάτι οι αφελείς τουρίστες που κερνάνε τα παιδάκια καραμέλες και σοκολάτες παρά τις έντονες για το αντίθετο παραινέσεις των τουριστικών οδηγών (καλύτερα να μασούλαγαν τριμμένο γυαλί δηλαδή), να τα τα αποτελέσματα. Το Βατερλό της στοματικής υγειινής. Επιπρόσθετα, όποιος έχει δει υπαίθριο/πλανόδιο οδοντογιατρό στους δρόμους της Ινδίας, μπορεί να καταλάβει το επίπεδο της υποδομής και στον τομέα αυτό.
Η μέρα και εδώ ξεκινά από πολύ νωρίς. Το Dasashwamedh ghat ή απλά main ghat όπως αποκαλείται χάριν συντομίας και ευκολίας είναι στο κέντρο της περατζάδας και ως εκ τούτου πιο ζωντανό από τα άλλα κομμάτια της όχθης. Στα σκοτάδια, πριν καλά καλά ξημερώσει οι πλανόδιοι κουρείς έχουν πιάσει δουλειά. Πελάτες τους οι πιστοί που έχουν έρθει με τάμα στη Μητέρα, κούρεμα γουλί με ξυράφι, ξέπλυμα με νερό από το ποτάμι. Πιο δίπλα άλλοι πιστοί ήδη κουρεμένοι έχουν ξεκινήσει το τελετουργικό με τις στάχτες των προγόνων τους. Κάθονται γυμνοί από τη μέση και πάνω, με έναν μεταλλικό δίσκο μπροστά τους, κάτω από μεγάλες ψάθινες ομπρέλες που προς το παρόν δεν τους προστατεύουν από τίποτα. Κάτω από παρόμοιες ομπρέλες κάθονται και βραχμάνοι που κάνουν τελετές προσφοράς στον ποταμό κατά παραγγελία: η τελετή αφορά πιστούς αλλά και τουρίστες. Οι τουρίστες άλλωστε είναι πιο προσοδοφόροι. Την εικόνα συμπληρώνουν οι λουόμενοι, η τελετή του aarti που ξεκίνησε, οι τουρίστες που βγάζουν φωτογραφίες με φλας τους μοναχούς του aarti, οι κράχτες με τις βάρκες που κυνηγούν τους τουρίστες. Κάθομαι μπροστά στο βραχμάνο, βάζω τα χέρια μου σε μια στρογγυλή πέτρα που συμβολίζει το λινγκαμ του Σίβα ενόσω ο βραχμάνος ξεκινά να απαγγέλλει τις προσευχές. Κάποια στιγμή μου ζητά να επαναλαμβάνω τα λογία του. Νιώθω γελοία αμήχανος, δεν ξέρω τι λέει αυτός, τι επαναλαμβάνω εγώ, τέλος πάντων. Προχωράμε προς το νερό, αφήνουμε στην επιφάνεια το γνωστό πιατάκι από φύλλα με το κεράκι και τα λουλούδια. Ακολουθεί μια μικρή καρύδα, την παίρνει και αυτή το ρεύμα. Μου ζητάει να γράψω τα ονόματα των δικών μου σε ένα τετράδιο για να τα μνημονεύει στις προσευχές του. Τώρα τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Και μιλώντας για λεφτά, προχωρά και στο ο,τι προαιρείσθε. Δηλαδή όχι ακριβώς ο,τι έχετε ευχαρίστηση, υπάρχει ταρίφα κανονικά. Και για να μη χαλάσουμε και την παράδοση, αρχίζουμε και τα παζάρια. Ο βραχμάνος δυσανασχετεί, δεν είναι πράγματα αυτά και τα τοιαύτα, αλλά ταυτόχρονα αρχίζει να σκοντάρει, το βαλς ξεκίνησε. Με τα πολλά καταλήγουμε σε ένα ποσό, μου ραίνει το κεφάλι με νερό από το ποτάμι, απομακρύνομαι με μια κόκκινη κλωστή στον αριστερό καρπό και τρεις λευκές γραμμές στο μετωπο.Και μια βούλα κόκκινη στο δόξα πατρί.
Το main ghat είναι κομβικό σημείο, θα περάσω αρκετές φορές από κει στη διάρκεια της ημέρας. Όλες μα όλες τις φορές θα με πάρουν στο κατόπι διάφοροι κράχτες και μικροπωλητές: κάρτες, εικονίτσες και χαϊμαλιά, βαρκάρηδες, ντόπιοι που προσφέρουν μασάζ στην πλάτη, στην παλάμη. Τους αποφεύγω, προσπαθώ να αρνούμαι ευγενικά, χωρίς να χάνω το χρόνο, τη ψυχραιμία αλλά ούτε και το χιούμορ μου. Αν με πετυχαίνουν όταν πίνω τσάι, και αφού δείχνουν να αψηφούν τις πρώτες μου αρνήσεις, καταφεύγω στην πλάκα: κάνω πως έχω αποκοιμηθεί, γελάνε, θα με παρατήσουν. Αν είμαι περαστικός, τους λέω πατάν πατάν!! και συνεχίζοντας να περπατάω κάνω πως τραβάω μια φανταστική καλούμπα με το βλέμμα στον ουρανό... Αυτό πάντα πιάνει, λένε αυτός εδώ είναι καμμένο χαρτί, χάνουμε την ώρα μας. Το πιο αστείο πάντως ήταν μια δυο φορές με τους μασατζήδες.
- Κύριος, θέλεις μασάζ; κάνω καλό μασάζ.
- Όχι ευχαριστώ, δεν ενδιαφέρομαι.
- Πολύ καλό μασάζ, έλα, ξάπλωσε εδώ.
- Όχι, ευχαριστώ.
- Καλά, δεν πειράζει, δώσε μου το χέρι σου...ο μασατζής τείνει το χέρι, προτείνει μια χειραψία.
Του δίνω το χέρι. Στη στιγμή έχει βαλθεί να μου μαλάσσει την παλάμη και τα δάχτυλα. Ρε που μπλέξαμε...
- Λοιπόν κοίταξε, και εγώ την ίδια δουλειά με σένα κάνω στην πατρίδα μου. Θα σου δείξω κάτι αν θες να μάθεις, ΔΩΡΕΑΝ την πρώτη φορά.
Ο ινδός με κοιτά αποσβολωμένος. Τον έχω στο χέρι. Μεταφορικά και κυριολεκτικά, τώρα κρατάω εγώ το χέρι του.
- Κοίτα, όλοι σχεδόν έχουν πρόβλημα στη μέση τους. Γιαυτό και σχεδόν όλοι έχουν ένα σημείο στην παλάμη που είναι εξαιρετικά επώδυνο στην πίεση, στη βάση του αντίχειρα. Να, εδώ.
Ο μασατζής μορφάζει από τον πόνο. Ο κακομοίρης είχε πρόβλημα με τη μέση του κι αυτός.
- Είδες; στην αρχή πονάει πολύ. Εσύ μην το κάνεις κατευθείαν έτσι δυνατά. Ξεκίνα αργά και γλυκά, σιγά σιγά αυξάνεις την ένταση της πίεσης... βλέπεις; Τώρα πονάει το ίδιο?
- Όχι, όχι, τώρα δεν πονά καθόλου!
- Βλέπεις; Τώρα έμαθες κάτι που θα κάνει καλό στους ανθρώπους και θα σε κάνει και πιο πλούσιο.
Σου ξαναλέω ότι αυτό που σου έδειξα τώρα σου το δείχνω δωρεάν. Την άλλη φορά όμως...
Ο μασατζής γελά, το ίδιο και οι τριγύρω που χαζεύουν. Με χτυπά στον ώμο χαμογελαστός,
- Προφέσορ, προφέσορ!
Από τους μασατζήδες του main ghat γλίτωσα, δεν με ενόχλησαν άλλη φορά...
Νωρίς το απόγευμα στο Dasashwamedh ghat μοιάζει να έχει μόλις βρέξει. Υπάλληλοι σκουπίζουν με σάρωθρα και μετά πλένουν την προβλήτα με τη μάνικα. Οι πέτρες γυαλίζουν βρεγμένες. Το αποτέλεσμα δεν είναι το καλύτερο. Οι υπάλληλοι δεν δείχνουν ακριβώς αυτό που λέμε υπερβάλλοντα ζήλο. Επιπρόσθετα οι περαστικές αγελάδες δείχνουν μια προτίμηση στις πλυμένες πλάκες για να κάνουν τα κακά τους. Και τέλος το νερό της μάνικας αντλείται απευθείας από το ποτάμι, εκεί δηλαδή που καταλήγουν και τα βρώμικα νερά από το πλύσιμο.
Αυτή η καθημερινή καθαριότητα είναι ένα προσόν που δεν απολαμβάνουν άλλα ghats. Και ο λόγος είναι γιατί σε αυτό το ghat λαμβάνει πανηγυρικά χώρα η απογευματινή μεγαλόπρεπη τελετή του aarti, όπου χαιρετάται ο ήλιος και το τέλος της ημέρας. Ο κόσμος αρχίζει να πυκνώνει κατά τις πέντε πεντέμισι, οι τυχεροί ή προνοητικοί πιάνουν τα προνομιούχα τραπεζάκια στα καφέ πάνω από την προβλήτα, που έχουν καλή θέα στην μεγάλη και φωτισμένη εξέδρα. Από νωρίς έχουν πιάσει τα πόστα τους και οι μικροπωλητές ξηρών καρπών. Ο κόσμος όλο και πυκνώνει, σε λίγο δημιουργείται το αδιαχώρητο. Την έναρξη της τελετής σηματοδοτούν οι καμπανούλες πάνω από την εξέδρα που αρχίζουν να χτυπούν μανιασμένα. Θα συνεχίσουν αδιάληπτα καθ'ολη τη διάρκεια της τελετής. Θα συνοδεύουν τη μουσική από αρμόνιο και τον τραγουδιστή που θα υμνήσει τη Μητέρα και τις θεότητες.
Η χορογραφία που ακολουθείται στη διάρκεια της τελετής από τους μοναχούς μου φάνηκε πανομοιότυπη με την αντίστοιχη της πρωινής τελετής. Οι μοναχοί ραίνουν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με πέταλα λουλουδιών, ανεμίζουν μια αλογοουρά, θυμιατίζουν και ανεμίζουν μεγάλα καντηλερια.Αυτο που αλλάζει εκτός από την ώρα της τελετής, είναι ο αριθμός των μοναχών. Ενώ το πρωί λειτουργεί μόνο ένας, τώρα το σούρουπο υπάρχουν πέντε, γεγονός που προσδίδει οπωσδήποτε μεγαλοπρέπεια. Φαντάζομαι πως είναι αυτό που κάνει την απογευματινή τελετή πιο δημοφιλή από την πρωινή. Αυτό και το γεγονός πως η απογευματινή ώρα είναι πιο εύκολη...
Τα φλας οργιάζουν πάνω στους βραχμάνους, οι τουρίστες εδώ τα δίνουν όλα, γαζώνουν τους ιερείς από παντού, γκιγκαμπάιτ ολάκερα θυσιάζονται για χάρη της τελετής. Μου έρχεται στο μυαλό η φρενίτιδα των τουριστών και φωτογράφων στο ηλιοβασίλεμα της Οίας στη Σαντορίνη. Μα τι παθαίνουν οι τουρίστες το ηλιοβασίλεμα;
Οι νέοι βραχμάνοι εκτελούν τις προδιαγεγραμμένες κινήσεις με συγχρονισμό. Ο συγχρονισμός αυτός είναι αλήθεια ότι λείπει από τις αντίστοιχες τελετές που εξελίσσονται παράλληλα την ίδια ώρα σε άλλα ghats. Λιγότεροι ιερείς, μουσική κονσέρβα, οι νέοι μοναχοί εντελώς ασυντόνιστοι έως απελπισίας, φιγούρες στο γάμο του καραγκιόζη, δίνουν την εικόνα ''παλιοκηδείας''. Τι παράδοξο όμως, είναι αυτή η έλλειψη συντονισμού, αυτή η αυτοσχεδιαστική μέχρι δακρύων διάθεση των νέων στη χορογραφία της τελετής, η έλλειψη οργάνωσης αλέα μάλλον και η λιγότερη δημοτικότητα στον πολύ κόσμο, που κάνουν αυτές τις μικρότερες τελετές πιο ζεστές, πιο ανθρώπινες, πιο γοητευτικές τελικά.
Έχει νυχτώσει πια κανονικά στο main ghat. Οι καμπανούλες σχόλασαν, οι νεαροί βραχμάνοι έχουν φυσήξει τη μπουρού τους, ο τραγουδιστης σιώπησε. Οι βάρκες γεμάτες τουρίστες που είχαν δημιουργήσει το αδιαχώρητο και στο νερό μπροστά από την εξέδρα, έχουν αρχίσει και πάλι να κινούνται για να κάνουν χώρο στις προσφορές των πιστών. Και τότε φανερώνεται ένα θέαμα μαγικό. Από πιο πάνω από το ποτάμι, δεν ξέρω από πού, το ρεύμα φέρνει τις προσφορές πιστών, από μακρυά εκατοντάδες κεράκια κυλούν αργά και νωχελικά στα ανοιχτά , στα σκοτεινά νερά που φαίνονται πιο σκοτεινά σε αντίθεση με τη φωτισμένη εξέδρα. Ο Γαλαξίας ρέει μέσα στον ποταμό, όπως στο στερέωμα, έτσι και εδώ κάτω, μπροστά στα μάτια μου. Πώς να τραβήξω αυτή τη φωτογραφία; Γιατί;

Κεφάλαιο 14


WANDERLUST





Η βάρκα είναι γερμένη στο πλάι, με τα ύφαλα της στον αέρα. Στηρίζεται εκεί με μπαμπού χωμένα στη λάσπη της όχθης και στερεωμένα κάτω από την κουπαστή. Το πέτσωμα της είναι φτιαγμένο από φαγωμένο ξύλο, τσόντες και μπαλώματα από λαμαρίνα κάθε χρώματος, προφανώς υλικά από δεύτερο χέρι. Πιτσιρίκια τριγύρω παρατηρούν τους δυο άνδρες που καλαφατίζουν με όσο λιγότερη πίσσα μπορούν το σκαρί. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν κωμικό, πολύχρωμη επιφάνεια τακτικά διάστικτη από μαύρους λεκέδες κάθε δέκα πόντους ή και λιγότερο.
Έχω χάσει το λογαριασμό πόσα τσάγια έχω κατεβάσει από το πρωί. Έχω αράξει εδώ κάτω στη λιακάδα και χαζεύω τον κόσμο τριγύρω. Σάντι σάντι. Μερικά βήματα δίπλα μου, ένα μοσχαράκι χαϊδεύει με τη μουσούδα τη μαμά του και περιμένει από αυτή να του επιστρέψει τη στοργή. Σκηνές ειδυλλιακές. Η αγελάδα με βλέπει που τη βλέπω, αργά αλλά αποφασιστικά έρχεται προς το μέρος μου. Φαγητό δεν έχεις να μου δώσεις μεγάλε βλέπω, αλλά ένα δυο χαδάκια, εε? Άλλο που δε θέλω εγώ, οι παριστάμενοι χαμογελάνε...
Το αγαπημένο μου μέρος στο Βαράνασι ήταν τα ghats. Όλες τις μέρες που έμεινα στην πόλη αυτή, τίποτε δε μου άρεσε περισσότερο από το να παραμένω εκεί μετά την ανατολή του ηλίου. Μου άρεσε να κάνω μια μεγάλη βόλτα κατά μήκος της όχθης, προς τα βόρεια, με την κατεύθυνση του ρεύματος του ποταμού. Ο ήλιος που ανέβαινε σιγά σιγά ήταν ευπρόσδεκτος με τη ζεστασιά που προσέφερε. Η παγωνιά έφευγε λίγο λίγο, έπαιρνε μαζί της και το αδιάβροχο μου, μετά το φλις. Την πρωινή δροσιά αντικαθιστούσε η γλυκιά θαλπωρή της λιακάδας.
Ένιωθα μια παράξενη οικειότητα με το τοπίο. Οι προβλήτες, η περατζάδα, άνθρωποι που έδειχναν να περιφέρονται ανέμελα, το νερό μπροστά μου, οι βάρκες που περνάνε αργά,οι γλάροι που γλιστράνε από πάνω τους, η στεριά απέναντι...πως είναι δυνατό να μου είναι τόσο ύποπτα γνώριμο αυτό το τοπίο, τόσο μακρυά από το δικό μου τόπο? Πώς γίνεται να μου έρχονται στο μυαλό και τα μάτια παρόμοιες εικόνες από άλλα μέρη, όπου το νερό απλά είναι αλμυρό? Περπατάω σχεδόν άσκοπα, βγάζω φωτογραφίες, κάθομαι όταν μου κάνει κέφι, χαζεύω, πίνω άλλο ένα τσάι, συνεχίζω τη βόλτα. Τι ώρα είναι? Ποιος νοιάζεται?
Φτάνω στη Manikarnika. Κάθομαι σε ένα πεζούλι, η ματιά μου βόσκει πάνω στην τελετή αποτέφρωσης που ξετυλίγεται μπροστά μου, ακόμα μια φορά. Ακόμα μια φορά έρχεται κάποιος ντόπιος πρόθυμος να μου εξηγήσει τι συμβαίνει, να μου δείξει πού φυλάνε τα ξύλα, πώς τα ζυγίζουν, πού κρατάνε τους νεκρούς. Ακόμα μια φορά αρνούμαι ευγενικά, εξηγώντας πως τα ξέρω όλα αυτά, δεν με ενδιαφέρουν, με ενδιαφέρει να πιω το τσάι μου ήσυχα. Ακόμα ένας κράχτης θα με προσεγγίσει για να μου πει για το θείο του που έχει κατάστημα με μπαχαρικά, με πολύτιμες πέτρες, με μεταξωτά. Θα μου πει πόσα μπαχαρικά χρειάζονται για να γίνουν οι δυο παραλλαγές του μασάλα τσάι, πώς ξεχωρίζεις τους γνήσιους πολύτιμους λίθους από τις πέτσες, πως μόνο ένα μεταξωτό φουλάρι μπορεί να περάσει μέσα από ένα δαχτυλίδι ενώ το συνθετικό δεν περνάει, πώς διακρίνεται η αληθινή πασμίνα από τη μαϊμουδίσια. Ακόμα μια φορά θα τον ευχαριστήσω λέγοντας πως δεν ενδιαφέρομαι, αν επιμείνει θα του πω ότι δεν μπορεί πάρα να με αφήσει στη ησυχία μου, δεν έχω παρά να σηκωθώ και να ξανακάτσω δυο μέτρα παρακεί. Ακόμα ένας πωλητής θα θελήσει να μου σπρώξει αυτό που δεν ψάχνω, χασίς, όπιο. Ευχαριστώ, όχι. Η φωτογράφηση απαγορεύεται εδώ, έτσι δεν είναι? Σεβαστό λοιπόν, όπως σεβαστή και η βούληση μου να χαλαρώσω πίνοντας το τσαγάκι μου χαλαρά και χωρίς μπίρι μπίρι. Ε, όχι και να χαλάσουμε τα κέφια μας.
Προχωρώντας πιο κάτω στην όχθη, περνάω ένα κτίριο που μου ακούγεται χωρίς καμμία αμφιβολία γνώριμο. Αώο τα μεγάφωνα που έχει στερεωμένα στους τοίχους, βομβαρδίζει το ghat με τους ήχους ενός ζαλισμένου ταμπούρλου και το αργόσυρτο,απελπιστικά αυτοσχεδιαστικό ΤΙΙΚΑΡΑΑΑΜ, ΤΙΚΑΡΑΑΜ, ΤΙΙΙΚΑΑΡΑΑΑΜ, ΤΙΙΚΑΑΑΡΑΑΜ! που μου κράτησε συντροφιά ένα βραδάκι, από τις τρισείμιση το πρωί... Αααα, τα πουλάκια μου, εδώ έχετε τη φωλίτσα σας εε? Και ανοίξατε και παράρτημα στη γειτονιά μου. Περιττό να αναφέρω πως κάθε φορά που περνούσα από αυτό το σημείο (οπού ΠΑΝΤΑ ακουγόταν με αμείωτη ένταση και ζέση η προσευχή αυτή) το χαλαρό μου βήμα έπαιρνε ζωή και άνοιγε...
Η εικόνα των λουομένων με ακολουθεί κατά μήκος της βόλτας, διακόπτεται σποραδικά από αυτή των ανθρώπων που πλένουν ρούχα κοπανώντας τα στις πέτρινες πλάκες, στην ακροποταμιά. Με έκπληξη διακρίνω δυο φιγούρες στην όχθη που δεν κάνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι καθισμένοι στις φτέρνες τους, ντυμένοι, και φαινομενικά ακίνητοι. Μου προκαλούν περιέργεια, πλησιάζω να δω καλύτερα. Ψαρεύουν. Κρατάνε υποτυπώδεις πετονιές στα χέρια τους, με πρωτόγονη αρματωσιά, όπως διαπίστωσα αργότερα. Τους ρωτάω με νοήματα αν έχουν πιάσει τίποτε, αν η ψαριά τους έχει μικρά ή μεγάλα ψάρια. Ο πιο νέος από τους δυο με ήρεμες κινήσεις τραβάει ένα σκοινάκι που χάνεται στο ποτάμι, μετά από μια δυο οργιές μέσα από το θολοπράσινο νερό διακρίνω ένα παχουλό ψαράκι βουρλισμένο με το σκοινί, λίγο παραπάνω από μεριδιάρικο. Ο νέος έχει φουσκώσει σα γαλόπουλο, το πλατύ χαμόγελο δεν αφήνει περιθώριο για παρεξηγήσεις, είναι πολύ ικανοποιημένος από τη ψαριά ως τώρα. Και συνεχίζει. Το καμάρι είναι φαινόμενο διεθνές, σιγά μην άφηνε την ευκαιρία να κοκορευτεί να πάει χαμένη...Πόζα για φώτο ασφαλώς.
Τα χρώματα στη διαδρομή εναλλάσσονται με γοητευτικό τρόπο. Ένα ghat είναι βαμμένο με το χρώμα της ώχρας και το κεραμιδί. Στο αμέσως επόμενο, λίγα μέτρα παρακάτω, επικρατεί παντού το τυρκουάζ. Νιώθω φαγούρα στο δάχτυλο που έχω στο κουμπάκι της φωτογραφικής, υποκύπτω στον πειρασμό, είναι ακόμα σχετικά νωρίς, τα χρώματα δεν θα βγουν καμμένα. Τραβάω σα δαιμονισμένος, σκεπτόμενος, δε βαριέσαι, πίσω στο ξενοδοχείο θα ξεσκαρτάρω τις άχρηστες, τώρα όμως έχουμε πάρτι.
Το φωτοπάρτυ θα συνεχιστεί και στο επόμενο ghat, αυτή τη φορά χάρη στην παρουσία των ανθρώπων. Στον τουριστικό οδηγό είχα διαβάσει ότι ένα συγκεκριμένο ghat είναι δημοφιλές για τους ταξιδιώτες που έρχονται εδώ από τα νοτιά της Ινδίας. Ε λοιπόν τούτο εδώ είναι το εν λόγω ghat, εδώ γίνεται το έλα να δεις. Γυναίκες με πολύχρωμα σάρι ανεβαίνουν και κατεβαίνουν μαζικά τα σκαλιά, κρατάνε παγούρια για να πιάσουν νερό από τον ιερό ποταμό, πώς κρατάνε οι γυναίκες εδώ τον αγιασμό σε μπουκαλάκια? έτσι. Μεγάλος συνωστισμός, εικόνες από παζάρι, χωρίς το παζάρι. Γιατί οι λίγοι πλανόδιοι πωλητές που προσφέρουν εικονίτσες και παγουράκια δε δικαιολογούν τέτοια κίνηση. Άλλοι πιστοί πλένονται στην όχθη, άλλοι μπαίνουν μπουλούκι σε μεγάλες βάρκες, άλλοι ξυρισμένοι γουλί κάθονται σταυροπόδι και κάνουν μια τελετή υπό τις υποδείξεις των βραχμάνων, παραδίπλα μια ντουζίνα γυναίκες τραγουδάνε ρυθμικά χορεύοντας έναν κυκλικό χορό και χτυπώντας παλαμάκια. Χαμός. Εντάξει λέω από μέσα μου, άσε τώρα το κουμπάκι της κάμερας, τράβηξες ο,τι τράβηξες, πάμε παρακάτω, τι θα κάνεις?
Παρακάτω τα πράγματα είναι πολύ πιο ήσυχα, ερημικά σχεδόν. Διασταυρώνομαι με έναν άντρα που προχωράει προς το νερό με μια σακούλα γεμάτη ψίχουλα, ακολουθούμενος από ένα πιτσιρίκι. Ώπα εδώ είμαστε λέω, εδώ κάτι παίζει, όχι? Ο άντρας φτάνει στην άκρη της προβλήτας, σε ένα στρογγυλό υπερυψωμένο πλάτυσμα, αφήνει τη σακούλα κάτω, σηκώνει και ανοιγοκλείνει τα χέρια φωνάζοντας ''ΑΑΟΟ!! ΑΑΟΟ!! ΑΑΟΟ!!'' Μετά από μισό λεπτάκι, ο ουρανός πάνω μας έχει γεμίσει γλάρους. Ο άντρας σηκώνει τη σακούλα, βάζει το χέρι μέσα, δίνει και του γιου του, πετά τα ψίχουλα στον αέρα και στο νερό. Της μουρλής. Πανδαιμόνιο από φωνές και φτερουγίσματα. Πλησιάζω, τραβάω φωτογραφίες, τους τις δείχνω. Τους αρέσουν, θα ποζάρουν για περισσότερες. Με παντομίμα τους ρωτάω τι είναι όλη αυτή η διαδικασία, δείχνοντας με νόημα τη σακούλα και τους γλάρους.
-Πις , μου απαντούνε και οι δυο, πις.
-Σα να λέμε προσφορά, πούτζα? Ξαναρωτάω.
-Όχι, όχι πούτζα, πις, απαντούν επίσης μαζί, ο άντρας σοβαρός. Μα τι χοντροκέφαλος είναι τούτος, σκέφτεται σίγουρα. Του λέμε πις, τι πούτζα, τι σχέση έχει το ένα με το άλλο...αλλά τι περιμένεις...
Το ίδιο συμπαθητικό- και καθόλα φωτογενές πιτσιρίκι θα με δει και θα με θυμηθεί δυο τρεις μέρες αργότερα, την ίδια περίπου ώρα, όταν εγώ έκανα την ίδια περίπου βόλτα, με παρέα αυτή τη φορά.
Ήταν σε μια προβλήτα άδεια από πιστούς, λίγο πιο βόρεια, κοντά στη γέφυρα που σηματοδοτεί το τέλος των ghats. Πάνω από τα σκαλοπάτια ένα αρχοντικό που η κατάστασή του γεννούσε απορίες: Το μισό ήταν φρεσκοβαμμένο, περιποιημένο και καθαρό. Το άλλο μισό που αντίκριζε το ποτάμι άγγιζε τα όρια της κατάρρευσης, σοβάδες φαγωμένοι, κουφώματα ξηλωμένα, παράθυρα που χάσκουν. Επάνω του με μεγάλα γράμματα μια επιγραφή. ΝΑNDESHWAR GHAT. Οι μαϊμούδες ανενόχλητες σκαρφαλώνουν και διασχίζουν επιφάνειες άβαφες και φρεσκοβαμμένες με την ίδια αδιαφορία. Οι άνθρωποι με τις υποθέσεις τους, εμείς με τις δικές μας. Δίπλα στο αρχοντικό μια μάντρα σκεπασμένη ολόκληρη από σβουνιές, κολλημένες στον τοίχο να ξεραθούν.
Παρόντες στην προβλήτα ήταν μόνο αυτοί που έπλεναν και άπλωναν τη μπουγάδα και πολλά, πάρα πολλά πιτσιρίκια. Σε αυτή τη γειτονιά δεν πρέπει να είναι και πολύ δημοφιλές το σχολείο. Κρίκετ, χαρταετός, παιχνίδι και γλυκιά ζωή. Είδα λοιπόν έναν μικρο να τρέχει καταπάνω μου φωνάζοντας, γρήγορα κατάλαβα ότι η γνωριμία μας έχει γίνει ήδη, τότε με το πις. Φώτο φώτο φωνάζει με ενθουσιασμό, παίρνοντας ήδη ηρωική πόζα. Δεν αργεί να μαζευτεί γύρω μου ένα παιδομάνι που εναλλάξ ποζάρει και ζητάει να δει το αποτέλεσμα.
Κάθομαι στο πεζούλι. Τι κρίμα, εδώ δεν έχει τσαγάδες. Κάθομαι και χαζεύω τους πιτσιρικάδες που με βαρέθηκαν και γυρίσανε στο κρίκετ. Ένα άλλο τσούρμο παίζει ένα άλλο παιχνίδι, σαν κρίκετ, μόνο που αντί για μπάλα χρησιμοποιούν ένα κουτσουράκι ατρακτοειδές, αφημένο στο έδαφος. Ο παίχτης με ένα έντεχνο χτύπημα στην άκρη, σηκώνει το κουτσουράκι στον αέρα. Κινείται γρήγορα, παίρνει φόρα με το ρόπαλο στα χέρια, πρέπει να το χτυπήσει στον αέρα, πριν πέσει πάλι στο χώμα. ΤΑΚ! Ένας ξερός ήχος αντηχεί στην προβλήτα. Το ρόπαλο πετυχαίνει το κουτσουράκι και το στέλνει μακρυά, πέρα, προς το ποτάμι. Στην προσπάθεια να δω το ξυλαράκι τα μάτια μου δακρύζουν από τον ήλιο που τώρα πια είναι πολύ φωτεινός. Φωνές επιδοκιμασίας. Τέτοιο παιχνίδι πρώτη φορά βλέπω, ούτε που καταλαβαίνω τους κανόνες. Ούτε με ποτάμια είχα ποτέ πάρε δώσε. Γιατί λοιπόν να μου μοιάζει αυτό το μέρος τόσο γνώριμο...

Κεφάλαιο 13


ΧΑΖΟΠΟΥΛΙ




-Πόσο χρονών είσαι? με ρωτά ο βαρκάρης.
-Πόσο με κάνεις, πόσο φαίνομαι?
-Ε, περίπου τριανταπέντε με σαράντα...
-Μέσα έπεσες, είμαι τριανταοκτώ... Εσύ πόσο είσαι?
-Μάντεψε!
-Τριάντα, τριανταπέντε...
-Γίνομαι σαραντατρία σε ένα μήνα! ένα χαμόγελο πλατύ έλαμψε στο πρόσωπο του Tanta. Συνεχίζει να λαμνάρει μαζί με το ρεύμα του νερού.
-Ε λοιπόν δε σου φαίνεται καθόλου!
-Εσένα σε πρόδωσε το χρώμα των μαλλιών σου... και εδώ στην Ινδία, όλοι βάφουμε τα μαλλιά μας...
Τα παζάρια στην όχθη το Γάγγη μπορούν να σκάσουν γάιδαρο, οι κράχτες εκεί ψηλαφούν τα όρια της υπομονής ακόμα και του πιο στωικού και ήρεμου τουρίστα. Μια φορά που μπήκα στον κόπο να ρωτήσω πόσα ζητάει ένας για μια βόλτα με τη βάρκα, διάρκειας μιας ώρας, μου πρότεινε ένα ποσό που ήξερα ότι δεν είναι απλά διογκωμένο, είναι αυθάδικα πολλαπλάσιο της τρέχουσας τιμής αυτής της υπηρεσίας. Αντιπρότεινα την τιμή που ήξερα, άρχισε αυτός ο γνωστός χορός ανάμεσα σε πωλητή και αγοραστή...
-Εκατό ρουπίες? Θα πρέπει να είσαι τρελλός, για μια ώρα θα μου δώσεις εξακόσιες, είναι πρωινή τιμή, πολύ καλή...
-Κοίτα, μην με κουράζεις, δίνω εκατό ρουπίες, τις θες ή όχι?
-Με εκατό ρουπίες δε θα καταφέρεις τίποτε... άντε, τετρακόσιες ρουπίες, είσαι ο πρώτος πελάτης.
-Αν δεν τις θέλεις, περπατάω μέχρι το κεντρικό ghat και βρίσκω εκεί βαρκούλα.
-Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεις τόσο χαμηλά, άκουσέ με, είσαι καλός άνθρωπος, θέλω να σε κάνω ευτυχισμένο, διακόσιες πενήντα ρουπίες, έλα, πάμε.
-Εντάξει, αυτή η κουβέντα δεν οδηγεί πουθενά, σε χαιρετώ... γυρίζω και αρχίζω να βαδίζω αδιάφορα προς το Dasashwamedh ghat. Είχα ήδη περπατήσει γύρω στα εκατό μέτρα, ένα για κάθε ρουπία, όταν με πρόφτασε ο βαρκάρης τρέχοντας, λέγοντας πως συμφωνεί.
Με τον Tanta ήταν διαφορετικά. Τον πέτυχα να κάθεται δίπλα στη βάρκα του, απασχολημένο με κάτι κοντά στο τίποτα, μακρυά από το πόστο με τους βαρκάρηδες και τους κράχτες που δουλεύουν με ρέφα για λογαριασμό τους. Του πρότεινα το ποσό, δέχτηκε χαμογελαστός, μπήκα στη στενή βαρκούλα και φύγαμε.
Δουλεύει τα κουπιά σιωπηλός. Πλησιάζουμε τα ghats όπου οι πιστοί μπαίνουν στο νερό, του λέω να πλησιάσει, ενίοτε να σταματήσει τη βάρκα για χάρη της φωτογραφίας. Το φως έρχεται από την ανατολή, το Βαράνασι είναι χτισμένο στη δυτική όχθη, να κοιτά τον ήλιο που προβάλλει. Οι συνθήκες φωτισμού είναι ιδανικές από νωρίς το πρωί, αλλάζουν πολύ γρήγορα, μπορείς να τρέξεις και να ακολουθήσεις το φως, αργότερα βλέπω αυτά που τράβηξα και μένω με το στόμα ανοιχτό. Εγώ την τράβηξα αυτήν? Όχι μεγάλε, δεν είσαι εσύ, είναι το θέμα σου που κάνει καλή τη φωτογραφία, εσύ ήσουν εκεί και πάτησες το κουμπί, τίποτε άλλο. Και σου άρεσε.
Η βάρκα γλιστράει στο ήρεμο νερό. Μας πλησιάζουν βάρκες για να μου πουλήσουν μικροαντικείμενα για πούτζα,εικονίτσες, αγαλματάκια, ψιλολόγια. Αρνούμαι ευγενικά. Ο Tanta παίρνει ένα σακουλάκι με ψίχουλα, προσφορά που προορίζεται για τους γλάρους. Δεν τον είδα να πληρώνει. Δίπλα μας περνάνε άλλες βάρκες με παρέες από τουρίστες, κουκουλωμένους στα παλτά τους για να προφυλαχθούν από το κρύο και την υγρασία. Όλοι με την κάμερα στο χέρι, trigger happy, τραβάνε τα πάντα γύρω τους, ακόμα και μένα. Γιατί, εγώ είμαι καλύτερος άραγε? Κάνω κάτι διαφορετικό?
Διασταυρωνόμαστε με μια μεγάλη μηχανοκίνητη βάρκα, γεμάτη με ανθρώπους που έχουν έρθει εδώ από το νότο. Τα χρωματιστά τους ρούχα δεν αφήνουν αμφιβολία για την καταγωγή τους. Τραγουδάνε όλοι μαζί χαρούμενοι. Ένα παιδάκι παίζει με το χέρι του στο νερό, παρατηρεί τις γραμμές που αφήνει πίσω στην επιφάνεια. Σηκώνω το χέρι, τους χαιρετάω. Ανταποδίδουν το χαιρετισμό χωρίς να σταματήσουν να χαμογελάνε και να τραγουδάνε, υψώνουν τα χέρια με τις παλάμες ενωμένες.
Λίγο μετά μας προσπερνά άλλη μια μεγάλη βάρκα γεμάτη μέχρι τα μπούνια με βουδιστές μονάχους. Το ποτάμι αυτό είναι ιερό και για τη δική τους θρησκεία. Στέκουν όρθιοι τυλιγμένοι στους πορτοκαλί μανδύες τους, ξυρισμένα κεφάλια, στα χέρια βιντεοκάμερες και φωτογραφικές. Όχι που θα ξεφεύγανε.
Οι εικόνες που περνούν από μπροστά μου είναι έντονες,γλυκές, εναλλάσσονται με καταιγιστικό και μεθυστικό ρυθμό. Το ποτάμι με τις βάρκες στην ομίχλη, το νερό, τα κτίρια που παλιότερα ανήκανε σε διάφορους μαχαραγιάδες του Τζαιπούρ, του Τζόντπουρ, οι ναοί, οι λουόμενοι,όλα μαζί είναι πάρα πολύ για να σε αφήσει απαθή.
Πλησιάζουμε στο ghat της Manikarnika, όπου λαμβάνουν χώρα οι καύσεις των νεκρών. Διακρίνω ήδη τον πυκνό καπνό, από πιο κοντά μου έρχεται και η τσίκνα. Ο Tanta πιάνει και μου λέει ότι εδώ η φωτογράφηση απαγορεύεται αυστηρά, ότι οφείλουμε σεβασμό στους νεκρούς και τους πενθούντες, ότι δεν πρέπει να τραβάω γιατί στην όχθη βρίσκονται και αστυνομικοί που θα μου πάρουν και την κάμερα, αν δεν συμμορφωθώ μπορεί να καταλήξει η ιστορία σε κράτηση κλπ. Του εξηγώ πως δεν ενδιαφέρομαι για τέτοιου είδους φωτογράφηση, του προτείνω να προσπεράσει τη Manikarnika από ανοιχτά, πιο κάτω έχει πιο ενδιαφέρον...Του έλεγα αλήθεια, δεν είχα κανένα ενδιαφέρον να δω, πόσο μάλλον να φωτογραφήσω νεκρούς να καίγονται. Πενθούντες ίσως, αλλά η όλη κατάσταση εκεί δεν με εξίταρε. Έχω ήδη έρθει από παλιά σε οπτική και όχι μόνο επαφή με πεθαμένους, δε νιώθω καμμια συγκίνηση ή κάποια σκατολογική περιέργεια να ξεδιψάσω βγάζοντας λεπτομερείς εικόνες τέτοιου είδους. Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι χιλιάδες τουρίστες πριν και μετά από μένα έκαναν ακριβώς το αντίθετο, ή ακούμπησαν τάχα αδιάφορα τη μηχανή με το φακό στρατηγικά στραμμένο προς τις καύσεις και πάτησαν το κουμπί αδιάληπτα, σα να μην υπάρχει αύριο. Ένας παραπάνω ή ένας παρακάτω, δεν έκανε καμμια διάφορα. Η κάμερα με βοηθά μεταξύ άλλων και να συλλέξω πληροφορίες. Αλλά εγώ δεν θέλω τελικά να συλλέξω πληροφορίες, να μάθω θέλω, να γνωρίσω.
Ένα χαζοπούλι έρχεται και κάθεται στο φαγωμένο ξύλο της πλώρης, πίσω μου. Δείχνει άφοβο στην αφέλειά του, ξεδιψάει το περίεργο βλέμμα του πάνω μου καθώς το φωτογραφίζω. Στέκεται απαθές, μοιάζει να ρεμβάζει χαζεύοντας το τοπίο. Με μικρά πηδηματάκια με πλησιάζει, σα να θέλει να με δει καλύτερα. Στραβώνει το κεφαλάκι του, μοιάζει να με ''κόβει'' από πάνω μέχρι κάτω. Ποιος παρατηρεί ποιον? Μέτα από λίγο, χωρίς βιασύνη, θα πετάξει για αλλού. Κάπου αλλού σίγουρα θα υπάρχει κάτι πιο ενδιαφέρον να δούμε, κάτι πιο ενδιαφέρον να κάνουμε.
Η βαρκάδα τελειώνει, βγαίνω από τη βάρκα, ευχαριστώ τον Tanta, του αφήνω πενήντα ρουπίες παραπάνω από τις εκατό που είχαμε συμφωνήσει.
-Αύριο πάλι? Με ρωτάει με μάτια και χαμόγελο που αστράφτουν.
-Αύριο, ίσως αύριο πάλι...




Κεφάλαιο 12


ΜΙΚΡΟΙ ΒΡΑΧΜΑΝΟΙ




Η μουσική που βγαίνει από τα μεγάφωνα πλημμυρίζει τα σκοτεινά ghats. Ο ημίγυμνος άνδρας που τραγουδά είναι καθισμένος σταυροπόδι πάνω σε ένα χαλί, ψηλά, πάνω από τα σκαλοπάτια. Δίπλα του ένας άλλος, αδρανής. Θα τον συνοδέψει με την τάμπλα στο επόμενο τραγούδι.
Σταυροπόδι κάθονται και πέντε έξι πιτσιρίκια,κάτω από τα σκαλιά μπροστά στην όχθη, στραμμένα προς το σκοτεινό ποταμό. Μερικά είναι κουκουλωμένα με κίτρινους μανδύες, από το μικρο κοτσιδάκι στο πίσω μέρος του κεφαλιού καταλαβαίνω ότι ανήκουν στην ανώτερη κάστα των βραχμάνων. Είναι προορισμένοι να γίνουν ιερείς. Προφανώς ανήκουν σε ένα μοναστήρι, σχολείο, ποιος ξέρει. Ο διαλογισμός μπροστά στον ιερό ποταμό, ενόσω ακούγονται οι προσευχές, μάλλον αποτελεί κομμάτι του καθημερινού προγράμματός τους. Ένα από αυτά γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω, προς το μέρος μου, με βλέπει που τα παρατηρώ καθισμένος στα σκαλιά. Βλέμμα ζωηρό, γεμάτο περιέργεια. Ο διαλογισμός πάει περίπατο. Οι βουδιστές αποκαλούν το μυαλό τρελλή μαϊμού, που είναι αδύνατο να κάτσει σε ένα σημείο την ώρα του διαλογισμοί, και τρέχει και πηδάει από τη μια απίθανη σκέψη στην άλλη. Οι μικρές μαιμουδίτσες είναι ακόμα πιο άτακτες. Στο κάτω κάτω, ένας μικρός βραχμάνος είναι κι αυτός ένα παιδί, όχι?
Ο κρότος των ρούχων που πλένονται στο ποτάμι έχει ξεκινήσει ήδη πριν φτάσω στα ghats, πολύ πριν την ανατολή. Το ρυθμικό πλαφ πλαφ ακολουθεί έναν εντελώς ξεχωριστό ρυθμό, δημιουργεί μια παράξενη αντίστιξη με το μελωδικό τραγούδι που έρχεται από πιο ψηλά.
Οι ρυθμοί εδώ γενικά ακολουθούν κανόνες που δεν κατέχω, μου είναι αδύνατο να τους αποκρυπτογραφήσω. Ακόμα πιο νωρίς το πρωί, όταν μόλις είχα κατεβεί στην όχθη, ο ίδιος ρυθμικός ήχος από τη μπουγάδα συνόδευε την άφιξη μιας βάρκας. Μέσα εκτός από το βαρκάρη, επέβαινε ένας άνδρας και μια νέα γυναίκα. Κοιτώντας προσεκτικότερα την ώρα της αποβίβασης, διαπιστώνω ότι το σάρι της κοπέλας κολλάει στο σώμα της. Τα μαλλιά της είναι βρεγμένα, ολόκληρη στάζει νερά. Το λίγο χρόνο που στέκονται στην προβλήτα, προσεύχονται, κάνουν μια προσφορά, μπαίνουν εκ νέου στη βάρκα, χάνονται με το ρεύμα του νερού. Από πού ήρθανε, τι ώρα ξεκινήσανε, πού έκανε το λουτρό της εκείνη η κοπέλα με το βαθύ μπλε σάρι, γιατί σταμάτησε εκείνη η βάρκα εδώ, τι κάνει έναν άνθρωπο να αντέχει το κρύο νερό και την παγωμένη ανάσα του ποταμού, τόση ώρα ακίνητος και μούσκεμα σε μια βάρκα, πριν καλά καλά βγει ο ήλιος;
Παράλληλα με τη μουσική και το διαλογισμό των μικρών βραχμάνων, ξεκινά μια άλλη διαδικασία.
Σε μια εξέδρα λίγα μέτρα πιο πέρα, ένας ιερέας; Σαντού; ξεκινά την τελετή του aarti. Η μέση του είναι καλυμμένη με ένα πανί που του φτάνει στα γόνατα. Το εκτεθειμένο δέρμα του είναι αλειμμένο με στάχτη, είναι ολόασπρο. Φοράει γυαλιά, τα χαρακτηριστικά του είναι δυτικά, από όσο διακρίνεται πίσω από τη γενειάδα που, πλεγμένη σε τζίβες, του φτάνει ως την, προτεταμένη για σαντού είναι αλήθεια, κοιλίτσα. Οι τζίβες από τα μαλλιά του κατεβαίνουν πιο κάτω, ως τα γόνατα. Μπροστά του έχει διάφορα αντικείμενα, απαραίτητα για την τελετή. Πρώτα παίρνει ένα μικρο ραβδί που καταλήγει σε μια ουρά άλογου, που με λιτές και χορογραφημένες κινήσεις ανεμίζει και τινάζει στον αέρα, πρώτα μπροστά, προς τον ιερό ποταμό, αριστερά, δεξιά, πίσω. Μετά από μερικές επαναλήψεις, παίρνει στα χέρια του ένα τεράστιο θυμιατό, ένα παρομοίων διαστάσεων καντηλέρι, ένα κουδούνι, δυο τύμπανα που ηχούν όταν τα περιστρέφει. Τι παράξενο, αν και είμαι σίγουρος ότι οι δυο διαδικασίες είναι εντελώς ανεξάρτητες η μια από την άλλη, νιώθω ότι υπάρχει μια κρυφή αρμονία μεταξύ τους. Κάτι που μου ξεφεύγει αλλά ωστόσο μου είναι αισθητό, συνδέει τα βήματα και τις κινήσεις των χεριών του ιερέα με το ρυθμό της τάμπλας. Η φωνή του τραγουδιστή από τη μικροφωνική είναι εναρμονισμένη με τον ήχο του κουδουνιού που κρατά ο ιερέας. Ίσως μετά από τόσους αιώνες αδιάληπτης συνύπαρξης, οι δυο τελετουργίες, αρχικά αυτούσιες και αυθύπαρκτες, βρήκαν έναν τρόπο θέλοντας και μη να μετουσιωθούν και να ζυμωθούν σε κάτι του οποίου και οι δυο αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι.
Το φως αλλάζει πια πολύ γρήγορα, το βαθύ σκοτάδι και τους μπλε τόνους τώρα έχει αντικαταστήσει η γαλακτερή υγρή θολούρα που έρχεται από το ποτάμι. Οι λίγοι λουόμενοι του πρωινού έχουν αυξηθεί σημαντικά. Οι βάρκες αργοκινούνται στο νερό παίζοντας με το πρωινό πούσι. Ο ήλιος εμφανίζεται όπου να'ναι, από στιγμή σε στιγμή, όλοι τον περιμένουν. Τα πιτσιρίκια τώρα σηκώθηκαν όρθια, ο τραγουδιστής έχει σταματήσει.
Μια γυναίκα δίνει ήρεμα παραγγέλματα, τα παιδιά ακολουθούν και αρχίζουν την πρωινή γυμναστική, κινούν χέρια και πόδια κάθε φορά. Φυσικά κάθε έννοια συγχρονισμού και πειθαρχίας ακούγεται σαν αστείο, το καθένα εκτελεί με το δικό του ρυθμό. Τα τελευταία παραγγέλματα ακολουθούνται από ιαχές των παιδιών σαν ζήτω. Στο τελευταίο από όλα, τα παιδιά αρχίζουν να γελάνε, δυνατά μεν, βεβιασμένα δε. ''Ευτυχείτε, είναι διαταγή''. Όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα της πρωινής γυμναστικής, αποχωρούν όλα μαζί σαν κλωσόπουλα.
Από δίπλα, ο ιερέας έχει τελειώσει με το λιβάνισμα και την αλογοουρά. Έχει πάρει στα χέρια του ένα κοχύλι σα μπουρού, στολισμένο με ασημένια κεντίδια. Το φέρνει στο στόμα στραμμένος στον ήλιο που έχει ξεπροβάλλει πια. Φυσάει μέσα στο κοχύλι, βγαίνει ο γνώριμος ήχος. Σπάει τη μέση του προς τα πίσω, το κοχύλι κοιτάει πια προς τον ουρανό. Τα μαλλιά του ακουμπάνε το έδαφος, σα χορδή στο τόξο που σχηματίζει το σώμα του. Φλας σκάνε πάνω του από αριστερά και δεξιά. Τουρίστες. Η ανάσα του είναι μεγάλη, φυσά για αρκετή ώρα. Μετά από μερικές επαναλήψεις, κατεβαίνει στην λασπερή όχθη, με ένα μπρούτζινο δοχείο στο χέρι. Το γεμίζει από το ποτάμι, και μετά, όρθιος και επιβλητικός σε μια πέτρινη πλάκα για μπουγάδα, το προσφέρει στο ανατέλλοντα ήλιο. Η σπονδή επαναλαμβάνεται, ένας δυο πιστοί τον μιμούνται.
Η μουσική τώρα άρχισε και πάλι, η τάμπλα συνοδεύει τον τραγουδιστή. Η φωνή του είναι ζεστή και γλυκιά. Δεν καταλαβαίνω λέξη, πολύ σποραδικά ακούω γνώριμα ονόματα, γκανγκε ματα, μαχα ντεβι, σιβα...δεν με πειράζει που δεν καταλαβαίνω, δεν μου φαίνεται απαραίτητο, τι θα άλλαζε?
Έχω ακουμπήσει την κάμερα σε ένα σκαλί να γράφει, πιο πολύ τον ήχο παρά την εικόνα. Ο κόσμος εναλλάσσεται γύρω μου, ενώ εγώ κάθομαι στο ίδιο σημείο, ώρα τώρα. Δίπλα μου έρχεται και κάθεται ένας τουρίστας, μετά η φίλη του. Σιωπηλά χαμόγελα. Κοιτάμε το τοπίο μπροστά μας τις βάρκες να χάνονται στην ομίχλη, τους λουόμενους. Καπνίζουμε αργά. Με κερνάνε το επόμενο τσάι χωρίς να το ζητήσω. Ζεστό, γλυκό και λιπαρό, όπως μου αρέσει πια.




Κεφάλαιο 11

ΠΡΟΣΔΕΘΕΙΤΕ. ΚΑΙ ΚΑΠΝΙΣΤΕ.


Τον Dave τον γνωρισα πριν το ξημερωμα της παραμονης των Χριστουγεννων, την πρωτη φορα που κατεβηκα νωρις το πρωι στα ghats. Xρονολογικα ηταν ο πρωτος απο τους δυο Dave που γνωρισα στο Βαρανασι, αμφοτεροι απο τον Καναδα. Αρκετα διαφορετικος απο τον ηλικιωμενο συνονοματο του ωστοσο, και οχι μονο λογω ηλικιας. Τριανταπενταρης, με ενα μονιμο ανθυπομειδιαμα να διακρινεται μεσα απο τη γενειαδα του, αφηνε να διαφανει απο τις κινησεις, τα λογια και τη συμπεριφορα του μια περιπαιχτικη διαθεση, συνδιασμενη με την καυστικη αποχρωση ενος λεπτου χιουμορ, ή λεπτη αποχρωση καυστικου χιουμορ, τι να πω, δεν εβγαλα ποτε ακρη. Αργοτερα, οταν εμαθα την ασχολια του, σκεφτηκα οτι αυτη η διαθεση για πλακα δεν ειναι τιποτε αλλο απο μια υγιεστατη αντιδραση σε ολα οσα βιωνε εκει που δουλευε. Ηταν καθηγητης στο πανεστημιο της Καμπουλ, ηταν υπευθυνος να διδαξει αγγλικα στους δημοσιους υπαληλους που θα επανδρωναν καποια στιγμη τις ανα τον κοσμο διπλωματικες αποστολες του Αφγανισταν. Ενα παρτυ καθε μερα, οπως ελεγε. Εμενε μονιμα εκει, μια διαμονη που ζωγραφισε με ενδιαφεροντα μεν, ζοφερα δε, χρωματα. Ζουσε μαζι με την ιταλιδα φιλη του, την οποια θα συναντουσε σε τρεις μερες πισω στο Δελχι, για να περασουν την Πρωτοχρονια στο νοτο, στη θαλασσα.
Οσο καιρο περασαμε μαζι ειχε μονιμα μια επαγγελματικη φωτογραφικη μηχανη κρεμασμενη στο λαιμο του. Και βεβαια στην πλατη βιδωμενο το σακιδιο με τον υπερευρυγωνιο, το φλας και ενα σωρο αλλα μπιχλιμπιδια, που κοστιζαν ενα σκασμο λεφτα. Οταν διασταυρωνοταν ο δρομος του με αλλους τουριστες που μοιραζονταν το ιδιο παθος με αυτον, καθοντουσαν και συγκρινανε φακους και διαφραγματα και τεχνικα στοιχεια σαν παιδακια. Για να εισπραξει βεβαια αφθορει και παρα χρημα την καζουρα απο μερους μου, αντε παιδακια, τελειωνετε, ποιος την εχει πιο μεγαλη (τη μηχανη) κλπ... Φυσικα την απαντηση την ειχα σε κλασματα δευτερολεπτου, μιλανε και οι ποδηλατες, τι συντριμμι ειναι αυτη η μηχανη σου, ποσο σε πληρωσανε για να την αγορασεις και τετοια παρομοια. Οχι θα μου τη χαριζε.
Τον πρωτοειδα λοιπον στα σκοταδια του Dasashwamedh ghat, να καθεται και να παζαρευει με τους απιστευτους κραχτες που προσφεραν βαρκαδα στο Γαγγη. Ο βαρκαρης του ζητουσε 250 ρουπιες, ο καναδος του προσφερε 50. Η αποδεκτη τιμη ηταν 100 ρουπιες, η διαφορα για εναν δυτικο δεν ελεγε πολλα πραγματα. Ουσιαστικα παζαρευε κατι που δεν τον ενδιεφερε. Η αληθεια ειναι οτι εγω προσπαθουσα να δωσω στους υπεραριθμους και εξαντλητικα επιμονους κραχτες να καταλαβουν οτι πραγματικα δεν θελω βαρκαδα, λεγοντας τους με χαμογελο πως ''οχι, ευχαριστω, δεν θελω, ισως αυριο''. Η προσεγγιση του Dave απειχε απο τη δικη μου.
-Βασικα θελω να κανω τον κραχτη να πει οχι, και να μην το πω εγω.
-Γιατι, τι θα παθεις αν πεις οτι δεν θες?
-Πως τι θα παθω? Ειπα ποτε οτι θελω βαρκαδα? Απο τη στιγμη που με ζαλιζουν χωρις να ζητησω τιποτε, πρεπει να ειναι ετοιμοι να αντιμετωπισουν και τετοια...
Ατελειωτες ωρες χαρας και ευχαριστησης...
-Δε βγαζουμε ακρη, ο ανθρωπος ειναι χτυπημενη κονσερβα, ελεγα στον εαυτο μου φωναχτα, για να με ακουσει ο περι ου ο λογος.
-Ναι, ειμαι, γι'αυτο και η τιμη πρεπει να πεσει και αλλο. 45 ρουπιες.
Καναμε πολυ καλη παρειτσα οι δυο μας.
Δυο τσαγια με τσιγαρακια και δυο οκαδες παζαρια αργοτερα, με ολοενα και περισσοτερους και πιο επιμονους κραχτες, ξεκινησαμε μια βολτα κατα μηκος της οχθης. Ειχε αρχισει να χαραζει.
Κοντοσταθηκαμε σε σημειο, αντικρυζοντας ενα θεαμα παραξενο. Εμοιαζε σα θεατρικη σκηνη. Το σκηνικο ηταν ζωγραφισμενο στον τοιχο. Στη μια ακρη μια μεγαλη ζωγραφια του Satya Sai Baba με κιτρινη πουκαμισα και εναν πρασινο παπαγαλο καθισμενο στο δαχτυλο του. Στο υπολοιπο της επιφανειας, μια μεγααλη τοιχογραφια οπου δεσποζει ο μπλε θεος, ο Κρισνα, με τη γυναικα του τη Σαρασουατι, καθισμενοι σε ενα θρονο. Διπλα τους ο Χανουμαν, ο θεος πιθηκος και καποιος αλλος κυριος αγνωστων λοιπων στοιχειων, υποβαλλουν τα σεβη τους στο θεικο ζευγος.

Αν το σκηνικο ηταν θεαματικο, η σκηνη και οι πρωταγωνιστες ηταν τουλαχιστον ιδιοτυποι.
Στη μεση μια ελαφρα υπερυψωμενη εστια με θρακα και κατι δυο τρια κουτσουρα που αχνιζανε. Τρια τεσσερα μπαμπου και μια μπρουτζινη τριαινα, στερεωμενα ορθια με πετρες, με γιρλαντες απο χρυσανθεμα να κρεμονται. Στο πλαι της φωτιας δυο νεοτεροι ανδρες με τα κεφαλια καλλυμενα με πορτοκαλι τουρμπανι, τυλιγμενοι ο καθενας στο λερο του μαλλινο σαλι. Και μπροστα στη φωτια, σα να μοιραζονται τους πρωτους ρολους του καστ, δυο σαντου ετοιμαζουν το τσαι.
Το πρωτο πραγμα που σου κανει εντυπωση δεν ειναι τα μαλλια τους που ειναι σε τζιβες και δεμενα πανω στο κεφαλι τους. Δεν ειναι οι χαντρες απο σανταλοξυλο που ειναι περασμενες στο λαιμο και τα μπρατσα τους. Δεν ειναι η γενειαδα τους που τους φτανει στο στηθος. Δεν ειναι το κατισχνο σωμα τους, λιποσαρκο, σκετο πετσι και κοκκαλο. Δεν ειναι ουτε η γυμνια τους, οπου μονο ελαχιστα κρυβονται απο ενα κουρελοπανο στη μεση.Το πρωτο πραγμα που σου τραβαει τη ματια ειναι το γεγονος οτι ειναι κατασπροι, αλειμμενοι με τις σταχτες της φωτιας.
Μας προσεχουν που κοντοστεκομαστε και τους βλεπουμε. Μας γνεφουν να σιμωσουμε, ελατε, το τσαι ειναι σχεδον ετοιμο, ελατε να πιουμε ενα μαζι. Πλησιαζουμε, βγαζουμε τα παππουτσια μας οταν μας το ζητουν και καθομαστε γυρω απο τη φωτια. Πιανουμε ψιλη κουβεντα.
-Ο μπαμπα φτιαχνει το καλυτερο τσαι, λεει ο ενας
-Ειναι το γαλα που το κανει καλο,συμπληρωνει ο μπαμπα.
Μας λενε τα ονοματα τους, αλοιμονο, τα ξεχνω σχεδον αμεσως. Και τα δυο εχουν το προθεμα μπαμπα μπροστα. Πατερουλης, παππους. Τα αγγλικα του ενος γινονται κατανοητα, ο αλλος ειναι σχεδον ακαταληπτος. Δεν φαινεται να εχει ουτε ενα δοντι στο στομα του. Ειναι αδυνατο να προσδιορισω την ηλικια τους, ειναι εξισου πιθανο να ειναι τριαντα ή εξηντα χρονων.
Το τσαι ειναι ετοιμο και σερβιριζεται σε μικρα γυαλινα ποτηρια. Σιγα μην εχουν πλυθει ποτε, με αυτα θα ασχολουμαστε τωρα.ειναι παχυ και γλυκο. Καλο.''Ειναι το γαλα'', επαναλαμβανει ο μπαμπα. Παω να πεταξω τη γοπα στη φωτια χωρις να σκεφτω.
-Οχι, οχι!αλλου, οχι εδω! Τεινει το χερι ο ενας αποτρεπτικα.
-Αυτη εδω ειναι ντουνι, ειναι ιερη φωτια, εξηγει ο αλλος.
Κερναμε τσιγαρα την παρεα,ολοι δεχονται. Τα ματια ολων ειναι κατακοκκινα, σταζουν αιμα. Οπως ειδα αμεσως μετα, δεν ειναι απο το ξενυχτι, ουτε απο την καπνα. Ενοσω ρουφαμε το τσαι, ο ενας απο τους δυο νεαροτερους ανδρες, αυτον με τα σχιστα ματια, πιανει να γεμιζει το τσιλουμ. Το τσιλουμ δεν ειναι αλλο απο μια πηλινη ευθεια κωνικη πιπα που χρησιμοποιηται για το καπνισμα της γκαντζα ή του τσαρα, δηλαδη του χασις. Η χασισοποσια ειναι κοινο και αποδεκτο ακολουθο της ζωης των σαντου, αποτελει μαλιστα κομματι της λατρευτικης πρακτικης τους. Βλεπω τον νεο να γεμιζει το φαρδυ ακρο του τσιλουμ. Σκεπαζει το στενο ακρο με ενα πενταβρωμικο κουρελοπανο εν ειδει φιλτρου, κουφωνει τις παλαμες του και τις ενωνει, στερεωνει το τσιλουμ αναμεσα στα δαχτυλα χωρις να αφηνει κενα, βαζει το στομα του στην τρυπα αναμεσα στους αντιχειρες. Ο γκουρου με μια φοβερης χαρης κινηση,γερνει το σωμα, εκτεινει το χερι και του δινει φωτια απο ενα σπιρτο. Η εικονα μοιαζει να βγαινει απο τοιχογραφια σε φρεσκο στην Ιταλια της Αναγεννησης. Ο νεος ρουφαει, απο το στομα του βγαινει πυκνος καπνος. Τα ματια του τωρα και αν ειναι κοκκινα. Πασαρει το τσιλουμ στο δασκαλο του. Η διαδικασια επαναλαμβανεται.
Ενας περαστικος σταματαει μπροστα μας, ενωνει τα χερακι σε σταση ικεσιας και αρχιζει να προσευχεται στραμμενος προς το μερος μας. Οταν τελειωσει θα προσεγγισει θα αφησει ενα πακετακι (τι?) και θα φυγει για το δρομο του.Ειναι φανερο πως η παρουσια των σαντου για πολλους ανθρωπους αποτελει αδιαμφισβητητη εκδηλωση του θειου στον επιγειο κοσμο.
-Τι τρωτε? Πως τη βγαζετε? Ρωταω αυτον που μολις εκανε την πιπα του.
-Τρωμε ο,τι εχουμε, ο,τι μας δωσουν.Το σωμα ζητα συνεχεια, αλλα τρωμε μια φορα την ημερα. Κοιμομαστε εδω, προς το παρον. Σε λιγες μερες θα φυγουμε, παμε στο Haridwar, πρεπει να ειμαστε εκει για το Kumbh Mela.
Προκειται για τη μεγαλυτερη γιορτη των ινδουιστων συμβαινει καθε δωδεκα χρονια, στο ενα ιερο μερος, απο τα τεσσερα που υπαρχουν. Υπολογιζεται οτι στη γιορτη αυτη παριστανται μεχρι και εξηντα εκατομμυρια πιστοι...χωρια οι σαντου που εχουν και την τιμητικη τους.
-το σωμα ζητα, αλλα εμεις δεν του δινουμε, επαναλαμβανει ο αλλος μπαμπα, που πασαρε την πιπα στον επομενο. Χαμογελωντας με τα ουλα μονο, βγαζει μια φωτογραφια και μου τη δειχνει. Στη φωτογραφια εχει το πεος του εξω, τυλιγμενο σαν κοκορετσι γυρω απο τον αξονα της τριαινας. Φαινεται σχεδον αδυνατο.
-Δεν του δινουμε τιποτα. Μονο καπνιζουμε γκαντζα. Συνεχεια.
-Ναι, οολη τη μερα, συμπληρωνει ο πρωτος.
-Και πως αγοραζετε αν δεν εχετε λεφτα? Ρωτα ο καναδος.
-Δεν αγοραζουμε. Μας την προσφερουνε.
-Ναι. Εσυ μας δωσεις εκατο και θα το καπνισουμε οολο.
-Εκατο τι? Ρουπιες?
-Οχι. Εκατο γραμμαρια! Θα το κανουμε ολο!
Σκανε στα γελια. Ο ενας απο τους δυο πεφτει σε εναν παροξυσμο βηχα. Τρανταζεται ολοκληρος, ειναι αδυνατο να σταματησει. Οι αλλοι δε δειχνουν να δινουν σημασια. Το υποπλασμενο ατροφικο του χερι κρεμεται σαν πετσα απο τον αγκωνα και κατω, παραλυτο.
-Ετσι οπως πας δε θα μπορεις να καπνιζεις για πολυ. Πρεπει να προσεξεις λιγο την υγεια σου..
-Τιποτα δεν εχει σημασια για μας. Ουτως ή αλλως, ειμαστε απο καιρο πεθαμενοι.
Σηκωνομαστε, αφηνουμε την προσφορα μας, ευχαριστουμε για το τσαι και απομακρυνομαστε.


Κεφάλαιο 10



O ΟΥΡΑΝΟΣ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΛΕΠΤΟΣ ΣΑ ΧΑΡΤΙ




Ο αριθμός των ανθρώπων αρχίζει σιγά σιγά να αυξάνεται, με ολοένα και μεγαλύτερο ρυθμό.
Έχει χαράξει, ο ήλιος αρχίζει να εμφανίζεται απέναντι από τα σκαλοπάτια της όχθης. Το φως αλλάζει λεπτό με το λεπτό. Οι πιστοί αφήνουν τα ρούχα τους τακτοποιημένα στα σκαλιά, και κατεβαίνουν στο κρύο νερό. Οι γυναίκες μπαίνουν με το σάρι. Οι άνδρες που μπαίνουν ως επί το πλείστον μόνο με ένα πανί στα λαγόνια τους, χρησιμοποιούν και σαπούνι. Το λουτρό στο ποτάμι είναι και καθημερινή φροντίδα του σώματος, όχι μόνο κάθαρση της ψυχής.
Είναι ωστόσο μια μυστηριακή εμπειρία. Παρατηρώ τους λουόμενους, να κλείνουν τα μάτια, να ψιθυρίζουν προσευχές που ακούει μόνο το ποτάμι. Σκύβουν, κλείνουν με το ένα χέρι τη μύτη, βουτούν επιτόπου στο νερό, μια, δυο, τρεις φόρες, αναδύονται, αναζωογονημένοι, νέοι.
Ένας άλλος με κλειστά τα μάτια υψώνει τα χέρια ψηλά, με το πρόσωπο προς τα εμπρός, χαιρετίζει τον ήλιο που μόλις προβάλλει, δέχεται με ενδόμυχη αγαλλίαση τη θέρμη από τις πρώτες στοργικές ακτίνες.
Δίπλα του μια γυναίκα έχει πάρει το μικρο μπρούτζινο κανάτι της στα χέρια. Ως τη μέση στο νερό, ανάμεσα σε πέταλα λουλουδιών, παίρνει νερό στο δοχείο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια λόγια εδώ και αμέτρητους αιώνες, σιγανά, ψιθυριστά. Κοιτώντας το νέο ήλιο να ανατέλλει, υψώνει τα χέρια μπροστά, αφήνει το νερό να διαγράψει ένα ρευστό τόξο και να επιστρέψει στο ποτάμι Προσφορά στη Μητέρα. Η σπονδή επαναλαμβάνεται, και μετά πάλι Τα μάτια της καρφωμένα στο χλωμό ακόμη δίσκο, με μια ηδύτητα και μια λατρεία που σπάνια εκδηλώνεται πια. Μου έρχονται στο νου εικόνες πιο οικείες, πιο κοντινές, οπού είχα αντικρίσει πάλι αυτί τη γλυκύτητα. Και πάλι κοντά σε νερό, θαλασσινό αυτή τη φορά, μπροστά σε εικονίσματα, ταπεινές γυναίκες κοιτάζουν τα μάτια της Παναγίας με την ίδια αφοσίωση, ίσως κάτι ζητούσαν, ίσως τίποτε, ίσως λέγαν ευχαριστώ στη μητέρα που η αγκαλιά της είναι πλατύτερη από όλους τους ουρανούς, με τον μόνο τρόπο που μπορεί να υπάρξει.
Οι γυναίκες βγαίνουν από το νερό με ρυάκια να τρέχουν από τα ρούχα τους. Το σάρι είναι κολλημένο επάνω στο δέρμα τους. Αλλάζουν διαδοχικά ρούχα, βάζουν στεγνά, χωρίς να γυμνωθούν στιγμή. Τριγύρω κυκλοφορούν μικρά κορίτσια με πανεριά, πουλούν μικρές γαβάθες φτιαγμένες από ξερά δεντρόφυλλα. Μέσα τους ένα μικρό πλασμένο με τα δάχτυλα κεράκι, λουλούδια, πέταλα. Μια γυναίκα αγοράζει ένα, ανάβει το κεράκι, με ευλάβεια το αποθέτει στο νερό, με μαλακή κίνηση
το σπρώχνει προς τα μέσα. Το αυτοσχέδιο καραβάκι ανοίγεται, παρασύρεται από το ρεύμα, ενώνεται με άλλα, πολλά, που αρμενίζουν πιο ανοιχτά, ανάμεσα στις βάρκες. Πούτζα. Παρακολουθεί το ποτάμι να δέχεται την προσφορά της με προσευχές στα χείλη, με τις παλάμες ενωμένες μπροστά στο στήθος.
Άλλοι ντύνονται βιαστικά, αφού έχουν αλοιφτεί με κρέμες και έχουν στεγνώσει. Σταματούν για λίγο και κοιτούν με ευλάβεια τον ήλιο που ξεκινά πάνω από το νερό, λίγο πριν φύγουν με βιασύνη για τη δουλειά τους. Ακόμη μια μέρα δύσκολη έχει ξεκινήσει. Βλέπω έναν δυο να κάνουν γιόγκα αφοσιωμένοι. Άλλοι, ακόμη ημίγυμνοι ασκούνται κάνοντας κάτι σαν πούσαπς σε μια γωνία. Μερικοί έχουν καθίσει στη στάση του λωτού και διαλογίζονται, στραμμένοι και αυτοί προς την ανατολή,απορροφημένοι.
Πιο πάνω από τα σκαλοπάτια, σε ένα υπερυψωμένο στρογγυλό πλάτυσμα, κάθεται σταυροπόδι ένας άνδρας. Είναι κουκουλωμένος, φοράει μια μαντήλα δεμένη γύρω από το κεφάλι του. Έχει τα μάτια κλειστά, το σοβαρό του πρόσωπο πάνω από το ποτάμι, πάνω από τον ορίζοντα. Το κορμί του παλινδρομεί μπρος πίσω, αριστερά δεξιά. Οι παλάμες μπροστά στο στήθος του, στραμμένες προς τον διαυγή ουρανό, σε θέση ικεσίας. Σπουργίτια και χαζοπούλια κάθονται κοντά του, αναπεταρίζουν γύρω του, δε νιώθουν καμμία απειλή να έρχεται από την παρουσία του. Η συνεχής κίνηση του κορμού του μάλλον τα καθησυχάζει παρά τα τρομάζει.
Όταν χαράζει εδώ, ο ουρανός είναι λεπτός σα χαρτί. Οι προσευχές μου μπορούν να τον διαπεράσουν πιο εύκολα. Ο,τι ζητήσω θα εισακουστεί, φτάνει να βγαίνει από την καρδιά μου.



κεφάλαιο 9


ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΓΙΑΤΡΕ, ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΑΥΓΗ...




...εγώ εδώ γεννήθηκα, στο Βαράνασι, αλλά στα δέκα μου αναγκαστήκαμε και μεταναστεύσαμε οικογενειακώς, τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά, κινδυνεύαμε, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική...αργότερα προσπάθησα να γυρίσω...πολλές φορές... αλλά μου αρνιόντουσαν την είσοδο στη χώρα...έτσι, τελικά δοκίμασα αυτό τον τρόπο, σαν χριστιανός πια...αποδείχθηκε πως ο μόνος τρόπος να γυρίσω στην πατρίδα μου ήταν σαν μέλος αυτής της ιεραποστολής... Ο άνθρωπος που μιλούσε ήταν γύρω στα σαράντα,μελαχροινός, εύκολα μπορούσες να τον πάρεις για μεσογειακό. Έχει μακριά ανάκατα μαλλιά και η πλακουτσή του μύτη δεσπόζει πάνω από την άγρια γενειάδα του, λεκιασμένη σε δυο τρία σημεία από συστάδες με άσπρες τρίχες. Μιλά στην ελβετίδα γυναίκα που είναι καθισμένη δίπλα μου, με δυσκολία τον ακούω να λέει την ιστορία του στα αγγλικά με αμερικανική προφορά. Από τον τρόπο που κινιόταν στο χώρο είχα καταλάβει από πριν ότι δεν είναι επισκέπτης, αν και τα ρούχα του μπορούσαν κάλλιστα να υποδείξουν αυτό ακριβώς.
Στρέφω την προσοχή μου προς εκεί, τώρα τον βλέπω και τον ακούω να περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει αυτό το χριστιανικό άσραμ... Ο χώρος στον οποίο στεγάζεται ουσιαστικά αποτελεί τμήμα του περιβάλλοντος χώρου ενός αρχοντικού που ανήκει σε μια οικογένεια πλούσια. Φυσικά παραχωρείται έναντι αντιτίμου. Αυτό που συμβαίνει λοιπόν είναι το εξής, από τη στιγμή που νοικιάστηκε ο χώρος στους χριστιανούς, αρχίζει ένα σερί από κακοτυχίες και σύμφορες για την ιδιοκτήτρια οικογένεια: ένα παιδί γεννιέται με βαριά αναπηρία, δεύτερο παιδί γεννιέται με σύνδρομο Ντάουν, η γυναίκα βρίσκεται με νεοπλασματική νόσο, ένας συγγενής παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο. Αρχίζει να κυκλοφορεί μια φήμη και μια θεωρία που όσο περνά ο καιρός, από στόμα σε στόμα γίνεται και πιο έντονη, διογκώνεται: η θεά Κάλι, η θεά της καταστροφής, παίρνει την εκδίκησή της. Είναι εξοργισμένη που ένα κομμάτι του σπιτιού, το οποίο για κάποιο λόγο θεωρεί δικό της, έχει εκχωρηθεί στη λατρεία της ξένης πίστης. Και ήταν η δουλειά αυτού του ανθρώπου, με την διττή ιδιότητα του ντόπιου αλλά και του μέλους της αποστολής, να έρθει σε επικοινωνία με την εν λόγω οικογένεια, να προσεγγίσει τους χτυπημένους ανθρώπους με καλό τρόπο και να σβήσει τη φωτιά που σε λίγο θα ακυρώσει κάθε προοπτική συνέχειας της αποστολής σ'αυτό το μέρος. Να προσπαθήσει να κατευνάσει τα πνεύματα και να φέρει τις δυο πλευρές κοντύτερα. Πώς να εξευμενιστεί η θεά? Δεν έμαθα αν ευόδωσε η προσπάθειά του. Κοιτάζω προς τη μεριά του αρχοντικού. Δεν φαίνεται τίποτε, το σπίτι και ο υπόλοιπος κήπος είναι κρυμμένα πίσω από ένα ψηλό μαντρότοιχο με σπασμένα γυαλιά τσιμεντωμένα στην κορυφή. Μια μεγάλη πινακίδα με κόκκινα γράμματα προειδοποιεί ρητά και έντονα ότι η είσοδος απαγορεύεται αυστηρά...
Την συντροφιά προσεγγίζει ένα παλικάρι γύρω στα εικοσιπέντε,με παχιά κόκκινη γενειάδα. Έρχεται σε μένα να με συγχαρεί, του άρεσε πολύ ο τρόπος που έπαιζα το κρουστό. Συστηνόμαστε, είναι ο Gadi, έρχεται από το Ισραήλ, ταξιδεύει με την παρέα του εδώ και δυο μήνες, έχει τουλάχιστον άλλους τρεις μήνες να ταξιδέψει μπροστά του. Στο Βαράνασι παρακολουθεί μαθήματα μουσικής, μαθαίνει το μπανσουρί, το αντίστοιχο του ευρωπαϊκού φλάουτου, μόνο που το ινδικό ξαδελφάκι είναι φτιαγμένο από μπαμπού. Του λέω πως ξέρω να παίζω νέυ, ένα φλάουτο γνωστό σε όλη τη μέση ανατολή, και πως τα καταφέρνω λίγο και με το μπανσουρί. Χαμογελώντας, κάνει μια κίνηση και βγάζει ένα καλαμένιο φλαουτάκι από το σακίδιο του, το οποίο και μου προσφέρει. Χαρούμενος το παίρνω στα χέρια, βλέπω την έκπληξη να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του όταν προσπαθώ να του παίξω τον εθνικό ύμνο της χώρας του στο μπανσουρί. Ξεκινάμε μια κουβέντα που ξεκινά από το πώς ένας Έλληνας χωρίς να έχει πάει ποτέ στο Ισραήλ γνωρίζει τον εθνικό ύμνο, και συνεχίζει με τη συμμετοχή και των υπολοίπων σχετικά με τον ιουδαϊσμό, τον εβραϊκό πολιτισμό, τα εβραϊκά έθιμα, τις διάφορες θρησκευτικές τάσεις μεταξύ των Εβραίων. Ο ίδιος ο Gadi ανέφερε πως θεωρεί τον εαυτό του αποστασιοποιημένο από θρησκευτικά κατεστημένα, και πως κρατά μια φιλελεύθερη και κριτική στάση απέναντι σε φλέγοντα ζητήματα που αφορούν εκείνη τη γωνιά του κόσμου. Από τη μεριά μου προσπάθησα να κρατηθεί η συζήτηση μακριά από σημεία ακανθώδη όπως η πολιτική και η χάραξη πολιτικής από διάφορες χώρες στη μέση ανατολή. Κάνεις δεν θα κέρδιζε τίποτε από διαξιφισμούς που μοιραία θα φέρνανε πίκρα και αντιπαλότητα. Άλλωστε ούτε η στιγμή ήταν κατάλληλη, ούτε ο τόπος, είμαστε φιλοξενούμενοι. Επιπρόσθετα, όλοι οι υπόλοιποι δείχνανε τα διατηρούν ανάλογη στάση.
Η κουβέντα είχε πάρει μεταφυσική κατεύθυνση, όταν ένας νεαρός πλησίασε το μέλος της συντροφιάς που ήταν από το Νεπάλ. Μαθαίνουμε για πολιτική αναταραχή στη χώρα. Κυκλοφορούν φήμες ότι έκλεισαν τα σύνορα με τα γειτονικά κράτη μέχρι να καταλαγιάσει ο θόρυβος. Κανείς δεν μπορεί να εισέλθει ή να εξέλθει στη χώρα. Ο άνθρωπος από το Νεπάλ έμεινε ανέκφραστος, έτσι μου φάνηκε εμένα τουλάχιστον. Κάποια στιγμή δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ τι ακριβώς έκανε αυτός ο άνθρωπος στη γιορτή του χριστιανικού άσραμ. Αργότερα αναρωτήθηκα το ίδιο και για το Gadi. Και σχεδόν αμέσως σκέφτηκα πως πριν από ένα μήνα, θα αναρωτιόμουν και εγώ ο ίδιος για την δική μου παρουσία εδώ.
Νιώθω ότι η ώρα είναι περασμένη πια και πως πρέπει να αποχωρώ σιγά σιγά. Νιώθω τα δέκατα να μου πονάνε τα μάτια. Αρχίζω να χαιρετώ τους άλλους καλεσμένους όταν ο Gadi σηκώθηκε κι αυτός ανακοινώνοντας πως και εκείνος πρέπει να πηγαίνει. Ευχαριστήσαμε τους οικοδεσπότες για τη φιλοξενία, το σπιτικό φαγητό και το απολαυστικό κήρυγμα και πήραμε το δρόμο για τα ghats.
Βαδίζω κατά μήκος της όχθης πλάι στο καινούργιο φίλο μου, συζητώντας περί ταξιδίων, περί προορισμών, περί ανέμων και υδάτων. Σε ένα σημείο ο Gadi σταματά:
-Εδώ πρέπει να σε αφήσω...
-Και γιατί δεν έρχεσαι μέχρι τη γωνία να πιούμε ένα τσάι? του προτείνω παραξενεμένος από την απρόσμενη αλλαγή στάσης του.
-Ξέρεις είναι Παρασκευή σήμερα.
-Ε, και?
-Να, σε λίγο αρχίζει το Σαμπάτ...
-ε, και...
-Ε, με την παρέα μας μαζευόμαστε εμείς κάθε Παρασκευή απόγευμα να τιμήσουμε την παράδοση... θα σου έλεγα να έρθεις και εσύ, αλλά ξέρεις, δε γίνεται...
Νιώθω λίγο αμήχανος, δεν ξέρω αν θα έπρεπε να νιώσω άσχημα ή να γελάσω, η εξέλιξη αυτή πραγματικά δεν μου είχε περάσει από το μυαλό. Αποχαιρετιστήκαμε, εγώ λίγο μουδιασμένα. Στις μέρες που ακολούθησαν στο Βαράνασι συναντηθήκαμε δυο τρεις φορές, μιλήσαμε με εγκάρδιο τρόπο.
Μπορείς να βγάλεις το παιδί μέσα από τη χώρα του, αλίμονο όμως, δεν μπορείς να βγάλεις τη χώρα μέσα από το παιδί. Υπήρχε ένας τοίχος που χώριζε ''εμάς'' από τους ''άλλους''. Εγώ ήμουν προφανώς από τη μεριά των ''άλλων''. Αυτό τον τοίχο τον βρήκε ήδη υψωμένο, ο ίδιος άνθρωπος με τον οποίο περάσαμε μαζί καλά σε μια γιορτή ξένη σχεδόν το ίδιο και για τους δυο, οπού δεχθήκαμε την απλόχερη καλοσύνη αγνώστων. Ήταν αυτός ο τοίχος που με κράτησε απέξω από τη γιορτή του Σαμπάτ. Δεν έκανε πολλά να τον χαμηλώσει. Ο καινούργιος συμπαθής φίλος μου, κριτικός απέναντι στην εβραϊκή θρησκευτική παράδοση, αποδείχθηκε λιγότερο αποστασιοποιημένος από ότι φαινόταν, αφού ένιωθε την ανάγκη πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από τη Γη της Επαγγελίας, να γιορτάσει με τους ομόθρησκους του και μόνο,για να συνεχιστεί η παράδοση αιώνων.
Ο μαντρότοιχος είχε σπασμένα μπουκάλια τσιμεντωμένα στην κορυφή του.



Κεφάλαιο 8


ΒΟΗΘΕΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ! ή μάλλον, ΒΟΗΘΕΙΑ!! ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ!!



Ο Ματθαίος λοιπόν στο ευαγγέλιο του, μας αφηγείται πως ένας άρχοντας της συναγωγής, ο Ιάειρος, ζήτησε από το Χριστό να πάει να δει την κόρη του η οποία ήταν ετοιμοθάνατη...

Τώρα μάλιστα, είπα από μέσα μου, κέντα στον άσο από χέρι. Αυτό που μου έλειπε τώρα ήταν ένα χριστουγεννιάτικο κήρυγμα από ευαγγελικούς...τα ήθελα και τα έπαθα, έπρεπε να το φανταστώ, άκου δωρεάν χριστουγεννιάτικο γεύμα, αφού το ξέρεις ρε συ, το μοναδικό δωρεάν γεύμα το βρίσκεις μόνο μέσα στη φάκα...πώς την πάτησα έτσι?
Δυο ώρες πριν βρισκόμουν στα ghats και απολάμβανα τη βολτίτσα μου. Είχα ανακαθίσει σε μια πεζούλα, είχα ανάψει ένα τσιγάρο, χαζεύοντας τους περαστικούς και το τοπίο γύρω μου. Δίπλα μου είχε καθίσει ένας άνδρας γύρω στα 60, ξεκάθαρα τουρίστας, τον οποίο είχα παρατηρήσει λίγα λεπτά νωρίτερα, να προσπαθεί να αμυνθεί ανεπιτυχώς απέναντι σε ένα τσούρμο πιτσιρικάδες που τον πολιορκούσαν με σκοπό να του πουλήσουν κάτι αξιολύπητες τουριστικές κάρτες με φωτογραφίες του Βαράνασι. Η ήττα του ήταν περίτρανη, είχε ξεμείνει με ένα πάκο στα χέρια σαν τράπουλα, έτοιμος να μοιράσει μπιριμπάκια. Βέβαια αυτό που παρατήρησα αρχικά πάνω του, δεν ήταν η μηδενική του δεινότητα στα παζάρια, αλλά οι δυο πατερίτσες που κράταγε στα χέρια και που τώρα ξεκουραζόντουσαν και αυτές στο πλάι. Τον είχα δει να περπατά χωλαίνοντας από το ένα πόδι. Να ένας γενναίος άνθρωπος, είχα πει στον εαυτό μου. Τουρισμός στην Ινδία για άτομα με δυσκολία στην κίνηση. Μούρλια.
Η κουβεντούλα ξεκίνησε για τον καιρό,πέρασε από τις συνθήκες στην Ινδία και τον τρίτο κόσμο, κατέληξε σε μια ανάλυση της κατάστασης διεθνώς από σκοπιά γεωπολιτικής. Σοβαρέψανε τα πράγματα δηλαδή. Ήταν ενδιαφέρουσα η συζήτηση με τον David από τον Καναδά, τον δεύτερο Kαναδό David που γνώριζα στο Βαράνασι. Ζητώντας του προκαταβολικά συγγνώμη για την αδιακρισία και εξηγώντας του πως με προβλήματα κίνησης έχω άμεση σχέση εξ επαγγέλματος, μιλήσαμε και για το δικό του πρόβλημα υγείας. Το οποίο φυσικά δεν τον κράτησε μακρυά από αυτό που ήθελε να κάνει, δηλαδή το γύρο του κόσμου. Ο τύπος είχε κότσια, όχι αστεία. Όταν θα γύριζε στον Καναδά, μετά από κάποιους μήνες, θα έμπαινε στη διαδικασία των αναπόφευκτων χειρουργικών επεμβάσεων.
-Κοίτα, με έχουν καλέσει κάτι τύποι σε ένα χριστιανικό άσραμ, κάπου εδώ πιο πάνω, έχουν οργανώσει γιορτή και γεύμα χριστουγεννιάτικο, γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου? Μάλλον θα μαζευτεί κόσμος, μπορεί να έχει πλάκα...Θα είναι δωρεάν, ούτως ή άλλως... μου λέει κάποια στιγμή.
Η φράση ''γεύμα δωρεάν'', παρότι είχα μόνο 3 μέρες στην Ινδία, μου ακουγόταν κάπως αστεία. Το φαγητό ήταν, ούτως ή άλλως, σχεδόν δωρεάν. Με το φιλοδώρημα που αφήνεις σε μια καφετέρια στην Αθήνα, μπορείς να τη βγάλεις μια μέρα στο Βαράνασι, με φαγητό του δρόμου μεν, πεντανόστιμο δε. Από την άλλη, η φράση χριστιανικό άσραμ, όσο οξύμωρη και να ακουγόταν, μου κέντρισε την περιέργεια. Τι χριστιανικό άσραμ δηλαδή? Συμφώνησα να πάμε μαζί και σιγά σιγά ξεκινήσαμε για το χριστιανικό River Ashram...
Φτάνουμε στον προορισμό μας μετά από μια προβλέψιμα δαιδαλώδη διαδρομή στα σοκάκια. Περνάμε την πύλη, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν όμορφο κήπο με γκαζόν και πρασιές με χρυσάνθεμα και τριαντάφυλλα. Κατευθυνόμαστε προς το ένα από τα δυο κτίρια που βλέπουμε. Οι σοβάδες έχουν μισοκαταρρεύσει, και σκεπή δεν υπάρχει. Σαν στέγη έχουν τοποθετηθεί πράσινα διαφανή κυματιστά φύλλα πλαστικού, που κάνουν το φωτισμό του εσωτερικού χώρου απόκοσμα όμορφο. Προχωρούμε, στη μια πλευρά του κτιρίου, θολωτές καμάρες που κλείνουν ημικυκλικά τόξα από ξύλινους ακτινωτούς τροχούς άμαξας, οι καμάρες στηρίζονται σε κιονίσκους, και βλέπουν σε μια μικρή αυλή. Μια σιδερένια γυριστή σκάλα στη γωνία οδηγεί στο πουθενά. Δέντρα τριγύρω, επάνω μας πανιά στηριγμένα σε μπαμπού συμπληρώνουν τη σκιά. Πάνω στις πέτρινες πλάκες της αυλής, οι οικοδεσπότες έχουν φτιάξει ένα όμορφο άστρο από πέταλα λουλουδιών. Γύρω από αυτό, ψάθες και μαξιλαράκια, ακόμη πιο περιμετρικά, καρέκλες.
Οι πενήντα περίπου άνθρωποι καθισμένοι τριγύρω είναι σχεδόν αποκλειστικά δυτικοί, δυο τρεις μαύροι και άλλοι τόσοι με ανατολίτικα χαρακτηριστικά. Τουρίστες για λίγες εβδομάδες, ταξιδιώτες με ανοιχτό εισιτήριο επιστροφής, ζευγάρια,παρέες νέων, άλλοι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Κάθε καρυδιάς καρύδι. Υποθέτω πως όλοι είναι χριστιανοί, αργότερα αποδεικνύεται πως κάνω λάθος. Τι έκανε όλους αυτούς τους ανθρώπους να ενωθούν σ'αυτό το ετερόκλητο μείγμα? Το Πνεύμα των Χριστουγέννων? Το Δωρεάν Γεύμα? Αυτό τελικά δεν το έμαθα..
Οι οικοδεσπότες και αυτοί που οδηγούν τη διαδικασία στο άσραμ είναι ένα νεαρό ζευγάρι αυστραλών γύρω στα 25-30. Παιδιά ψηλά ξανθά και όμορφα, με λίγο χίπικο στυλ, γονείς ενός πιτσιρικιού που παίζει ανάμεσά μας. Ο νέος άντρας μας λέει πως ανήκουν στην Ευαγγελική Εκκλησία, ή κάτι τέτοιο, σταλμένοι εδώ με σκοπό ιεραποστολικό. Το μυαλό μου πηγαίνει αυτόματα σε κάτι ευγενικά εικοσάχρονα ξανθομάλλικα παιδιά με καλοσιδερωμένα πουκάμισα, κονκάρδα, παντελόνια με τσάκιση και σακίδια στην πλάτη που κάνουν την ίδια δουλειά στην Ελλάδα. Λες? Μπα, καμμια σχέση, ο οικοδεσπότης μας εδώ είναι μακρυμάλλης με κοτσιδάκια και ένα τραγίσιο μουσάκι, η γυναίκα του φορά κουδουνάκια και κοσμήματα στα γυμνά της πόδια...Συστηνόμαστε όλοι με τη σειρά για να γνωριστούμε μεταξύ μας, λέμε από μια μπουρδίτσα για να γελάσουμε και να σπάσει ο πάγος της αμηχανίας. Και έπειτα αφού το κλίμα αλάφρυνε και χαμογελάκια σκάσανε εδώ και κει μας ανακοινώθηκε ότι θα διαβαστεί και στη συνέχεια θα αναλυθεί το σημερινό εδάφιο από την Καινή Διαθήκη. Τα πιάσαμε τα λεφτά μας...
Κλείνω τα μάτια και αφήνομαι στα μηνύματα της Αγίας Γραφής...Το κήρυγμα ήταν σχετικά σύντομο. Έχω σηκωθεί και νωρίς το πρωί, ευτυχώς δεν μου ξέφυγε κανένα χασμουρητό.
Η οικοδέσποινα και άλλα κορίτσια του χριστιανικού άσραμ μοιράζουν σε όλους μια φωτοτυπία. Ρίχνω μια ματιά στο χαρτί. Στίχοι από χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Και μάντρα. Στο κάτω κάτω βρισκόμαστε στην Ινδία. Στο άσραμ αυτό προφανώς αποπειράται μια σύμμιξη του χριστιανικού πνεύματος όπως το θεωρεί η συγκεκριμένη εκκλησία, με στοιχεία των πολιτισμών που αφήσανε το χνάρι τους σε τούτο τον τόπο. Από κάπου εμφανίζεται μια κιθάρα. Είναι κανείς μουσικός? Σηκώνω το χέρι, ο οικοδεσπότης με ρωτά:
-Τι όργανο παίζεις?-
-Διάφορα, εκτός από το βασικό μου που είναι η... ξεκίνησα να λέω.
-Ωραία, βοήθησε μας με αυτό το κρουστό, με διακόπτει και μου πασάρει ένα υπερτροφικό τουμπελέκι. Αργότερα θα μάθω πως το λένε ντζέμπε.
Και έτσι, λίγα λεπτά αργότερα βρίσκομαι να συνοδεύω διακριτικά με το δυνητικά πολύ φασαριόζικο ταμπούρλο τον κιθαρίστα και μια κοπελίτσα που τραγουδούσε την Άγια Νύχτα...
Η ώρα πέρασε ζάχαρη. Αφού παίξαμε και τραγουδήσαμε και ευφράνθηκε η καρδιά μας, μας είπαν να κάτσουμε να διαλογιστούμε λίγο στο πνεύμα και το μήνυμα των Χριστουγέννων. Αυτά είναι τα καλύτερα, είπα πάλι από μέσα μου. Στην πραγματικότητα τα καλύτερα ήρθαν αμέσως μετά, όταν μας ανακοινώθηκε πως άνοιξε ο μπουφές και παρακαλούμε σερβιριστείτε. Μιαμ μιαμ, σπιτικό φαγάκι, λίγο νταλ και τάλι, λίγο σουφλέ και λαζάνια,τη σούπα σερβίριζε ένας χριστιανός σαντού, είπαμε, δύση και ανατολή...Το φαγητό αυστηρά χορτοφαγικό, όχι πως με χάλασε, άλλωστε από το καλοκαίρι το κρέας το έχω κόψει για λόγους ιδεολογίας.
Στρώσαμε τις ψάθες στο γρασίδι και τις πλάκες του κήπου στη λιακάδα και κοπιάσαμε να φάμε. Δημιουργήθηκαν αυτοσχέδιες παρέες όπου κανείς δεν ήξερε κανέναν, αλλά υπήρχε καλή διάθεση από όλους, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που βοηθούσε την επικοινωνία. Να το το χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Μετά το φαΐ, τσάι και χαλαρή κουβεντούλα με τους γύρω.


Κεφάλαιο 7

PRATAH SMARAMI




Μερικά τσάγια αργότερα, σηκώνομαι νωχελικά από το πεζούλι και αποχαιρετώ το μπάμπα. Βαδίζω κατά μήκος του ποταμιού, στη λιακάδα. Τη λιακάδα την απολαμβάνω πραγματικά,όπως όλοι κατά τα φαινόμενα. Οι πιτσιρικάδες με τα πατάν πατάν, με το βλέμμα άπληστο στον ουρανό, οι τουρίστες που τριγυρνάνε όπως και εγώ,σκοντάφτοντας μπερδεμένοι στις νάιλον καλούμπες των πιτσιρικάδων όπως και εγώ , βγάζοντας φωτογραφία τα πάντα (περίπου όπως και εγώ), τα βουβάλια που κατηφορίζουν αδιάφορα για να σβήσουν τη δίψα τους στη λασπερή όχθη. Δεν δείχνουν να δίνουν την παραμικρή σημασία στους ημίγυμνους ανθρώπους που είναι μέχρι το γόνατο στο νερό και ασχολούνται με τη μπουγάδα.
Ξεκινουν απο πολυ νωρις, τους εχω δει να πλενουν απο τις 5 το πρωι. Ισως να ξεκινανε απο νωριτερα,ισως καποιοι ακομα να συνεχιζουν ολη μερα. Σκληρη ζωη. Αμιλητοι, μπουκωμενοι με πααν, βγαζουν το μεροκαματο ιδρωνοντας αιμα σκυμμενοι μπροστα σε μια μακροστενη πετρινη πλακα στερεωμενη στα ρηχα.Τριβουν ενα ενα ρουχο με μια βουρτσα, και μετα αβαντι μαεστρο ΠΛΑΦ, ΠΛΑΦ, ΠΛΑΦ, το φερνουν πισω απο την πλατη και παιρνοντας φορα το κοπανανε με δυναμη πανω στην πλακα. Διαφανα ρυακια διαγραφουν τοξα σε καθε στροφικη κινηση, σε καθε ΠΛΑΦ μια εκρηξη απο σταγονες πιτσιλαει τα παντα, ρυτιδωνοντας την επιφανεια του νερου τριγυρω. Το πλαταγισμα των ρουχων απο εναν, δυο, πολλους συγχρονως, δινει το ρυθμο στο ghat .
Νήπια ολοτσίτσιδα και μαυρισμένα παρακολουθούν σα μαγεμένα το παράξενο μπαλέτο. Καθισμένα στις φτέρνες τους, χαζεύουν τους μεγάλους να πλένουν ,τις βάρκες να περνάνε στο βάθος. Παιδιά του ποταμιού, οι πιθανότητες λένε πως όταν μεγαλώσουν λίγα χρόνια ακόμα , θα είναι εκείνα που θα κοπανάνε ξένα ρούχα, εκείνα που θα λαμνάρουν τα κουπιά για χάρη των παχύσαρκων τουριστών. Είπαμε, σκληρή ζωή, από νωρίς.
Όταν οι χειρώνακτες τελειώσουν με το ρούχο, με κίνηση μελετημένη και αλίμονο, προπονημένη περισσότερο από όσο θα ευχόντουσαν, το πετάνε στη στοίβα από ρούχα που τους περιμένει στο αργιλώδες έδαφος της όχθης για άπλωμα. Και για το άπλωμα της μπουγάδας πάλι, όπως και σε πολλές περιπτώσεις σ'αυτή τη γωνιά του πλανήτη, τα πράγματα γίνονται με συγκεκριμένο, προκαθορισμένο σχεδόν τρόπο: τα πουκάμισα στο πάνω κάγκελο της κουπαστής, πετσέτες και φανέλες στο δεύτερο, παντελόνια αράδα στο τρίτο, με τα μπατζάκια να κρέμονται έξω. Μεγάλες πετσέτες σε μπουγαδόσκοινα στερεωμένα σε μπαμπού. Και βέβαια, τα μεγάλα υφάσματα για τα δάπεδα των μαγαζιών, τα πολύχρωμα σάρι των γυναικών, τα σεντόνια και τα λοιπά μεγάλου εμβαδού υφάσματα, κάτω. Στο έδαφος,στο χώμα, στα σκαλοπάτια, στις πεζούλες. Η εικόνα είναι θεαματική. Σκάλες ολόκληρες σκεπασμένες με λευκά υφάσματα, μικρά λιβάδια από χρωματιστά σάρι δίπλα στο ποτάμι. Βαδίζω στη λιακάδα, ανάμεσα σε πρασιές από βαμβακερούς ροδώνες.
Πιο κάτω στο ghat, εκεί που τελειώνουν τα απλωμένα να στεγνώσουν κλινοσκεπάσματα, αρχίζουν άλλα απλωμένα. Οι γνωστές σκατόπιττες, τακτικά στοιχισμένες, απλωμένες να ξεραθούν, μισό μέτρο από τα σεντόνια. Λίγα μέτρα πιο πέρα, ένας ταλαίπωρος γέρος ζύμωνε τις σβουνιές με γυμνά χέρια. Δίπλα του ένας τσαγάς χωρίς πελατεία, έχει αφήσει την τσαγιέρα και χαζεύει ράθυμος μια εφημερίδα. Τους βγάζω φωτογραφία. Μια στιγμή μετά, μπαίνει με το δικό της ρυθμό στο κάδρο μια αγελάδα με λασπωμένα κέρατα.
Πλησιάζω στο ghat οπού γίνονται οι αποτεφρώσεις. Όχι αυτό της Manikartika,αυτό πέφτει προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη δική μου. Ετούτο εδώ λέγεται Harischandra ghat, είναι πιο μικρό, πιο ταπεινό, και αφορά πιο φτωχική πελατεία. Πιο ψηλά από την όχθη και τις πεζούλες βλέπω ξύλα και κούτσουρα ντανιασμένα για τις αποτεφρώσεις. Για τους άπορους μου λένε πως προβλέπεται ο μοντέρνος αποτεφρωτήρας, δυτικού τύπου, ένα τσιμεντένιο γυμνό και γκρίζο κτίριο. Η μεταλλική καμινάδα υψώνεται αρκετά μέτρα πάνω από το κεφάλι μου.
Πιο κάτω τραβάνε την προσοχή μου άνθρωποι, καθισμένοι σε δυο σειρές, η μια να αντικρίζει την άλλη. Οι περισσότεροι είναι άνδρες, γυμνοί από τη μέση και πάνω, ηλιοκαμένοι, καθένας έχει μπροστά του ένα μεταλλικό κύπελλο, μια μπρούτζινη πιατέλα που περιέχει λουλούδια, μια μπανάνα, ένα δυο μικρά κουπάκια από φύλλα δένδρων, κάτι σκονισμένα σβολαράκια. Μια γυναίκα που ρωτάω περί τίνος πρόκειται, μου απάντα χαμογελαστή με δυο λέξεις, η δεύτερη είναι κάρμα, η πρώτη είναι πολύ δύσκολη για τη συγκρατήσω. Αργότερα θα μάθω πως δεν πρόκειται για ντόπιους, αλλά για ανθρώπους που έχουν έρθει από το νότο. Ίσως κάποιοι έκαναν οικονομία για καιρό για αυτό το προσκύνημα. Νιώθουν ευτυχείς που κατάφεραν να έρθουν στο Βαράνασι. Δείχνουν να κάθονται πολύ ώρα σε σ'αυτή τη θέση, κάποιος περνά και τους μοιράζει νερό από πλαστικό μπουκάλι στα ανοξείδωτα κύπελλα. Ένας βραχμάνος περιφέρεται γύρω τους ήρεμος, κάθεται δίπλα τους, λέει προσευχές, τους δίνει οδηγίες. Οι προσκυνητές κάνουν αυτό που τους λέει, χρίζουν το μέτωπο τους με κόκκινο χρώμα, με τριμμένη κιμωλία και σανταλόξυλο, σκορπίζουν πέταλα λουλουδιών, σοβαροί και αμίλητοι. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν εδώ για ένα συγκεκριμένο λόγο: τα λευκά σκονισμένα σβολαράκια που έχουν μπροστά τους είναι ο,τι απέμεινε από την αποτέφρωση των προγόνων τους, πίσω στα μέρη τους. Ταξίδεψαν από την άλλη άκρη της Ινδίας, σε τούτο τον ιερό τόπο, για να αποθέσουν τις στάχτες των γονιών τους στα νερά του Ganga Matta. Επιστροφή στη Μητέρα.
Γυρίζω το βλέμμα στο ρεύμα του ποταμού. Είναι ωραία και γλυκά εδώ, με τη λιακάδα. Ο ουρανός είναι απέραντος και γεμάτος χαρταετούς.