Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τζαιπουρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τζαιπουρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

κεφάλαιο 9


ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΓΙΑΤΡΕ, ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΑΥΓΗ...




...εγώ εδώ γεννήθηκα, στο Βαράνασι, αλλά στα δέκα μου αναγκαστήκαμε και μεταναστεύσαμε οικογενειακώς, τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά, κινδυνεύαμε, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική...αργότερα προσπάθησα να γυρίσω...πολλές φορές... αλλά μου αρνιόντουσαν την είσοδο στη χώρα...έτσι, τελικά δοκίμασα αυτό τον τρόπο, σαν χριστιανός πια...αποδείχθηκε πως ο μόνος τρόπος να γυρίσω στην πατρίδα μου ήταν σαν μέλος αυτής της ιεραποστολής... Ο άνθρωπος που μιλούσε ήταν γύρω στα σαράντα,μελαχροινός, εύκολα μπορούσες να τον πάρεις για μεσογειακό. Έχει μακριά ανάκατα μαλλιά και η πλακουτσή του μύτη δεσπόζει πάνω από την άγρια γενειάδα του, λεκιασμένη σε δυο τρία σημεία από συστάδες με άσπρες τρίχες. Μιλά στην ελβετίδα γυναίκα που είναι καθισμένη δίπλα μου, με δυσκολία τον ακούω να λέει την ιστορία του στα αγγλικά με αμερικανική προφορά. Από τον τρόπο που κινιόταν στο χώρο είχα καταλάβει από πριν ότι δεν είναι επισκέπτης, αν και τα ρούχα του μπορούσαν κάλλιστα να υποδείξουν αυτό ακριβώς.
Στρέφω την προσοχή μου προς εκεί, τώρα τον βλέπω και τον ακούω να περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει αυτό το χριστιανικό άσραμ... Ο χώρος στον οποίο στεγάζεται ουσιαστικά αποτελεί τμήμα του περιβάλλοντος χώρου ενός αρχοντικού που ανήκει σε μια οικογένεια πλούσια. Φυσικά παραχωρείται έναντι αντιτίμου. Αυτό που συμβαίνει λοιπόν είναι το εξής, από τη στιγμή που νοικιάστηκε ο χώρος στους χριστιανούς, αρχίζει ένα σερί από κακοτυχίες και σύμφορες για την ιδιοκτήτρια οικογένεια: ένα παιδί γεννιέται με βαριά αναπηρία, δεύτερο παιδί γεννιέται με σύνδρομο Ντάουν, η γυναίκα βρίσκεται με νεοπλασματική νόσο, ένας συγγενής παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο. Αρχίζει να κυκλοφορεί μια φήμη και μια θεωρία που όσο περνά ο καιρός, από στόμα σε στόμα γίνεται και πιο έντονη, διογκώνεται: η θεά Κάλι, η θεά της καταστροφής, παίρνει την εκδίκησή της. Είναι εξοργισμένη που ένα κομμάτι του σπιτιού, το οποίο για κάποιο λόγο θεωρεί δικό της, έχει εκχωρηθεί στη λατρεία της ξένης πίστης. Και ήταν η δουλειά αυτού του ανθρώπου, με την διττή ιδιότητα του ντόπιου αλλά και του μέλους της αποστολής, να έρθει σε επικοινωνία με την εν λόγω οικογένεια, να προσεγγίσει τους χτυπημένους ανθρώπους με καλό τρόπο και να σβήσει τη φωτιά που σε λίγο θα ακυρώσει κάθε προοπτική συνέχειας της αποστολής σ'αυτό το μέρος. Να προσπαθήσει να κατευνάσει τα πνεύματα και να φέρει τις δυο πλευρές κοντύτερα. Πώς να εξευμενιστεί η θεά? Δεν έμαθα αν ευόδωσε η προσπάθειά του. Κοιτάζω προς τη μεριά του αρχοντικού. Δεν φαίνεται τίποτε, το σπίτι και ο υπόλοιπος κήπος είναι κρυμμένα πίσω από ένα ψηλό μαντρότοιχο με σπασμένα γυαλιά τσιμεντωμένα στην κορυφή. Μια μεγάλη πινακίδα με κόκκινα γράμματα προειδοποιεί ρητά και έντονα ότι η είσοδος απαγορεύεται αυστηρά...
Την συντροφιά προσεγγίζει ένα παλικάρι γύρω στα εικοσιπέντε,με παχιά κόκκινη γενειάδα. Έρχεται σε μένα να με συγχαρεί, του άρεσε πολύ ο τρόπος που έπαιζα το κρουστό. Συστηνόμαστε, είναι ο Gadi, έρχεται από το Ισραήλ, ταξιδεύει με την παρέα του εδώ και δυο μήνες, έχει τουλάχιστον άλλους τρεις μήνες να ταξιδέψει μπροστά του. Στο Βαράνασι παρακολουθεί μαθήματα μουσικής, μαθαίνει το μπανσουρί, το αντίστοιχο του ευρωπαϊκού φλάουτου, μόνο που το ινδικό ξαδελφάκι είναι φτιαγμένο από μπαμπού. Του λέω πως ξέρω να παίζω νέυ, ένα φλάουτο γνωστό σε όλη τη μέση ανατολή, και πως τα καταφέρνω λίγο και με το μπανσουρί. Χαμογελώντας, κάνει μια κίνηση και βγάζει ένα καλαμένιο φλαουτάκι από το σακίδιο του, το οποίο και μου προσφέρει. Χαρούμενος το παίρνω στα χέρια, βλέπω την έκπληξη να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του όταν προσπαθώ να του παίξω τον εθνικό ύμνο της χώρας του στο μπανσουρί. Ξεκινάμε μια κουβέντα που ξεκινά από το πώς ένας Έλληνας χωρίς να έχει πάει ποτέ στο Ισραήλ γνωρίζει τον εθνικό ύμνο, και συνεχίζει με τη συμμετοχή και των υπολοίπων σχετικά με τον ιουδαϊσμό, τον εβραϊκό πολιτισμό, τα εβραϊκά έθιμα, τις διάφορες θρησκευτικές τάσεις μεταξύ των Εβραίων. Ο ίδιος ο Gadi ανέφερε πως θεωρεί τον εαυτό του αποστασιοποιημένο από θρησκευτικά κατεστημένα, και πως κρατά μια φιλελεύθερη και κριτική στάση απέναντι σε φλέγοντα ζητήματα που αφορούν εκείνη τη γωνιά του κόσμου. Από τη μεριά μου προσπάθησα να κρατηθεί η συζήτηση μακριά από σημεία ακανθώδη όπως η πολιτική και η χάραξη πολιτικής από διάφορες χώρες στη μέση ανατολή. Κάνεις δεν θα κέρδιζε τίποτε από διαξιφισμούς που μοιραία θα φέρνανε πίκρα και αντιπαλότητα. Άλλωστε ούτε η στιγμή ήταν κατάλληλη, ούτε ο τόπος, είμαστε φιλοξενούμενοι. Επιπρόσθετα, όλοι οι υπόλοιποι δείχνανε τα διατηρούν ανάλογη στάση.
Η κουβέντα είχε πάρει μεταφυσική κατεύθυνση, όταν ένας νεαρός πλησίασε το μέλος της συντροφιάς που ήταν από το Νεπάλ. Μαθαίνουμε για πολιτική αναταραχή στη χώρα. Κυκλοφορούν φήμες ότι έκλεισαν τα σύνορα με τα γειτονικά κράτη μέχρι να καταλαγιάσει ο θόρυβος. Κανείς δεν μπορεί να εισέλθει ή να εξέλθει στη χώρα. Ο άνθρωπος από το Νεπάλ έμεινε ανέκφραστος, έτσι μου φάνηκε εμένα τουλάχιστον. Κάποια στιγμή δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ τι ακριβώς έκανε αυτός ο άνθρωπος στη γιορτή του χριστιανικού άσραμ. Αργότερα αναρωτήθηκα το ίδιο και για το Gadi. Και σχεδόν αμέσως σκέφτηκα πως πριν από ένα μήνα, θα αναρωτιόμουν και εγώ ο ίδιος για την δική μου παρουσία εδώ.
Νιώθω ότι η ώρα είναι περασμένη πια και πως πρέπει να αποχωρώ σιγά σιγά. Νιώθω τα δέκατα να μου πονάνε τα μάτια. Αρχίζω να χαιρετώ τους άλλους καλεσμένους όταν ο Gadi σηκώθηκε κι αυτός ανακοινώνοντας πως και εκείνος πρέπει να πηγαίνει. Ευχαριστήσαμε τους οικοδεσπότες για τη φιλοξενία, το σπιτικό φαγητό και το απολαυστικό κήρυγμα και πήραμε το δρόμο για τα ghats.
Βαδίζω κατά μήκος της όχθης πλάι στο καινούργιο φίλο μου, συζητώντας περί ταξιδίων, περί προορισμών, περί ανέμων και υδάτων. Σε ένα σημείο ο Gadi σταματά:
-Εδώ πρέπει να σε αφήσω...
-Και γιατί δεν έρχεσαι μέχρι τη γωνία να πιούμε ένα τσάι? του προτείνω παραξενεμένος από την απρόσμενη αλλαγή στάσης του.
-Ξέρεις είναι Παρασκευή σήμερα.
-Ε, και?
-Να, σε λίγο αρχίζει το Σαμπάτ...
-ε, και...
-Ε, με την παρέα μας μαζευόμαστε εμείς κάθε Παρασκευή απόγευμα να τιμήσουμε την παράδοση... θα σου έλεγα να έρθεις και εσύ, αλλά ξέρεις, δε γίνεται...
Νιώθω λίγο αμήχανος, δεν ξέρω αν θα έπρεπε να νιώσω άσχημα ή να γελάσω, η εξέλιξη αυτή πραγματικά δεν μου είχε περάσει από το μυαλό. Αποχαιρετιστήκαμε, εγώ λίγο μουδιασμένα. Στις μέρες που ακολούθησαν στο Βαράνασι συναντηθήκαμε δυο τρεις φορές, μιλήσαμε με εγκάρδιο τρόπο.
Μπορείς να βγάλεις το παιδί μέσα από τη χώρα του, αλίμονο όμως, δεν μπορείς να βγάλεις τη χώρα μέσα από το παιδί. Υπήρχε ένας τοίχος που χώριζε ''εμάς'' από τους ''άλλους''. Εγώ ήμουν προφανώς από τη μεριά των ''άλλων''. Αυτό τον τοίχο τον βρήκε ήδη υψωμένο, ο ίδιος άνθρωπος με τον οποίο περάσαμε μαζί καλά σε μια γιορτή ξένη σχεδόν το ίδιο και για τους δυο, οπού δεχθήκαμε την απλόχερη καλοσύνη αγνώστων. Ήταν αυτός ο τοίχος που με κράτησε απέξω από τη γιορτή του Σαμπάτ. Δεν έκανε πολλά να τον χαμηλώσει. Ο καινούργιος συμπαθής φίλος μου, κριτικός απέναντι στην εβραϊκή θρησκευτική παράδοση, αποδείχθηκε λιγότερο αποστασιοποιημένος από ότι φαινόταν, αφού ένιωθε την ανάγκη πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από τη Γη της Επαγγελίας, να γιορτάσει με τους ομόθρησκους του και μόνο,για να συνεχιστεί η παράδοση αιώνων.
Ο μαντρότοιχος είχε σπασμένα μπουκάλια τσιμεντωμένα στην κορυφή του.



Κεφάλαιο 4

-->
ΜΗΝ ΜΠΛΕΚΕΙΣ ΣΕ ΚΑΒΓΑΔΕΣ,ΕΙΔΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟ



-Καλήμερα Σάμυ, όλα καλά?
-Όλα καλά, όλα καλά!Πως πέρασες κάτω, στα ghats?
-Φανταστικά! Αλλά το πρωί κρύο!
-Ναι, τα πρωινά κάνει κρύο... θέλεις να σου ετοιμάσουμε κάτι?
-Θα ήθελα μια μικρή τσαγιέρα μαύρο τσάι,και ένα τοστάκι με ντομάτα και τυρί...
-Ωραία, θα πω να τα ετοιμάσουν.
-Θα μου τα φέρεις πάνω-πάνω?
-Τα θέλεις πάνω πάνω, στην ταράτσα?
-Ναι,θα ήθελα να απολαύσω τη θέα με το πρωινό, μήπως υπάρχει πρόβλημα?
-Όχι φυσικά, αλλά,να, πάρε και αυτό μαζί σου...
Ο ευγενικός ιδιοκτήτης του Ganga Yogi Lodge μου βάζει στα χέρια ένα ματσούκι από μπαμπού.
Προσπαθώ να καταλάβω τι θέλει να μου περάσει με αυτή τη χειρονομία. Αφού περάσει μια στιγμή αμηχανίας, τον ρωτώ σε τι μου χρειάζεται ένα παλούκι από μπαμπού, αν πρόκειται να φάω ένα τοστ, να πιω ένα τσάι και να καπνίσω το τσιγαράκι μου στο πιο ψηλό σημείο του ξενοδοχείου, ένα επίπεδο πάνω από την συμπαθητική ταράτσα-μαγέρικο-καφέ-παιδότοπο για τα πιτσιρίκια του ιδιοκτήτη.
-Α, τίποτα,να, ξέρεις, για τους πιθήκους...
Αν ο καλός Χριστούλης έλεγε ζήτα και θα σου δώσουν,σε τούτη τη γωνιά του κόσμου, ο Χανουμάν, ο θεός-πίθηκος διακηρύσσει την οικουμενική αλήθεια του άρπαξε να φας και κλέψε να έχεις.
Η θέα από την πάνω ταράτσα του ξενοδοχείου είναι σαγηνευτική. Δε την προτιμούν όλοι βέβαια. Στην πραγματικότητα πρέπει να κουβαλήσεις εσύ την καρέκλα σου και το τραπέζι σου, οι υπάλληλοι ως συνήθως είναι απασχολημένοι με κάτι πολύ κοντά στο τίποτα,ή απλά λειτουργούν σε ''look busy'' mode. Σκιά δεν υπάρχει,αλλά αν είσαι στο πόδι από τις 5 το πρωί και έχεις εκτεθεί στην πρωινή ψύχρα του ποταμού, τότε στις 10, το να κάτσεις στη λιακάδα με το κοντομάνικο έρχεται σαν ευλογία. Και πάνω από όλα, έχεις πανοραμική θέα 360 μοιρών. Όχι, το ποτάμι δεν το βλέπεις,αλλά, τι πειράζει? Βλέπεις κάτι καλύτερο, βλέπεις την καθημερινή οικιακή ζωή να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια σου. Στις ταράτσες. Τάσο πυκνές μεταξύ τους,που μπορείς να προχωρήσεις πολύ μακρυά πηδώντας από ταράτσα σε ταράτσα. Πεθερές και συμπεθέρες ξαπλωμένες στο δάπεδο της ταράτσας κοιμούνται αμέριμνες, πλάι σε τακτικά στοιχισμένες,απλωμένες στον ήλιο να ξεραθούν σκατόπιττες (είπαμε το καύσιμο γενικής χρήσης). Νοικοκυρές, νύφες, κόρες, πλένουν ρούχα και πιτσιρίκια,μαγειρεύουν, κουτσομπολεύουν με τη γειτόνισσα από διπλά. Παιδάκια παίζουν πανευτυχή μεταξύ τους ανάμεσα σε ρούχα απλωμένα, ο ήλιος ουρλιάζει ευτυχισμένος και αυτός σε έναν ουρανό με χιλιάδες χαρταετούς. Μονομαχίες λυσσώδεις με τα πατάν-πατάν, ποιος θα ρίξει τον αετό του άλλου,απελπισμένες προσπάθειες να ξεκρεμάσεις τον αετό σου από το δένδρο. Ποιος έχει ανάγκη να πάει σχολείο? Χαρούμενα σε βλέπουν να τα παρατηρείς, σε χαιρετάνε,μετά σε χαιρετάνε και οι συμπεθέρες, που δεν ησυχάσανε οι δόλιες από τις μύγες, και είπανε να ρημαδοσηκωθούνε από το χουζούρι, να δούνε τι κάνει και κείνη η ακαμάτρα η νύφη.
Και τότε τις βλέπεις. Να κινούνται σε αγέλες. Από τοίχο σε δέντρο, σε μπαλκόνι,σε ταράτσα, σε δέντρο πάλι, ακολουθούν διαδρομή υπερυψωμένη, αυτοσχέδια, απρόβλεπτη, σημειωμένη στα δικά τους μάτια, εμείς εδώ είμαστε εκτός. Άλματα ελαστικά, απίστευτα, ευκινησία θεαματική. Και βέβαια στο δρόμο, κατά μονάς ή παρεoύλα, κάνουμε και καμμία μπουρδίτσα να περνάει η ώρα. Τις βλέπεις να σουφρώνουν παντελόνια από μπουγάδες,γυναίκες να τους πετάνε πέτρες,ή φρούτα, μπας και αφήσουν τα κλοπιμαία και φύγουν. Πιο κάτω, σε ένα μπαλκόνι μια κουρελού που τίναζε η νοικοκυρά τραβά το ενδιαφέρον μιας μαϊμούς. Από τη μια τραβά την κουρελού η γυναίκα έξω φρενών, από την άλλη η μαϊμού, με πνεύμα ευγενούς άμιλλας αλλά και χωρίς καμμία διάθεση να παραιτηθεί. Η γυναίκα ορμά απειλητικά προς το πρωτεύον ξαδελφάκι της για το διώξει. Η μαϊμού υποχωρεί στρατηγικά μισό μέτρο,ανασυντάσσει δυνάμεις και εφορμά λυσσασμένη στην αντεπίθεση. Η γυναίκα χεσμένη από την τρομάρα της μπαίνει μέσα. Η μαϊμού τροπαιούχος περνά στο διπλανό μπαλκόνι, όπου και παρατά αδιάφορα το λάφυρο της. Τα υλικά αγαθά την αφήνουν αδιάφορη, εκείνη παλαιώνει για τη δόξα. Σα να λέει '' μωρέ την κουρελού την πήρα γιατί έτσι μου, πλακίτσα έκανα, να περνά η ώρα,για να μη σκουριάζουμε''.
Από την πρώτη μέρα στο ξενοδοχείο είχα δει τα ίχνη των πιθήκων, τις βρώμικες δαχτυλιές τους στους νωπούς ακόμα φρεσκοβαμμένους πράσινους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου. Αλλά και τους ίδιους τους πιθήκους, στα κλαδιά του δέντρου έξω από το μπαλκόνι, ράθυμους , να ξύνονται, να μασουλανε φύλλα, να παρακολουθούν τους πιτσιρικάδες που παίζανε κρίκετ στο Kali Bari,το ναό της Κάλι.
Σε ο,τι αφορά στη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στους πιθήκους Ρέζους,μου είχανε επισημάνει 4 βασικούς κανόνες που έπρεπε να τηρηθούν:
α) δεν χαμογελάς. Το χαμόγελο είναι έκφραση συμπάθειας και φίλιας για τους ανθρώπους, οι πίθηκοι όμως νιώθουν απειλή, βλέπουν ένα μεγάλο ζώο να τα προειδοποιεί δείχνοντας τα δόντια του, έτοιμο να δαγκώσει.
β) δεν έχεις άμεση οπτική επαφή στα μάτια, για προφανείς λογούς
γ) δεν έχεις σε κοινή θέα τρόφιμα ή φρούτα στην κατοχή σου. Φρούτο ίσον μαιμουδομαγνήτης, θα ορμήσουν να στο αρπάξουν.
δ) αν θελήσεις να προσφέρεις κάτι φαγώσιμο σε έναν πίθηκο, του το δίνεις, χωρίς πολλά πολλά. Τα παιχνιδάκια και τα τσαλιμάκια δεν εκτιμώνται ιδιαίτερα, μάλλον δοκιμάζεις τη μικρή υπομονή τους.
Αυτό το τελευταίο πήγα και γω να ακολουθήσω ένα πρωί, είχα αγοράσει μπανανούλες, τις μισές τις τσάκισα στο δρόμο, τις άλλες λέω θα τις δώσω στα πιθήκια να γίνει τζέρτζελο...
Βγαίνω στο μπαλκόνι, με μια μπανάνα στο χέρι και δυο στην τσέπη. Την ξεφλουδίζω και κοιτάζω γύρω γύρω να τις δω, μα καλά, πού είναι? Δεν αποσώζω τη σκέψη, μια νεαρά θηλυκή προσγειώνεται από το πουθενά στο κάγκελο του διπλανού μπαλκονιού. Χωρίς πολλή σκέψη της πετάω τη μπανάνα, δε θέλω πολύ κοντινή επαφή. Την πιάνει στον αέρα, την κατεβάζει λαίμαργα, ξεψαχνίζει το μέσα της φλούδας κοιτώντας φοβισμένα γύρω γύρω. Τα μάτια της στρέφονται σε μένα και πάλι. Της ακουμπάω τις άλλες δυο στο τοιχάκι ανάμεσα στα δυο μπαλκόνια, πλησιάζει και τις παίρνει, όχι χωρίς φόβο. Μπαίνω στο δωμάτιο να φέρω κι άλλες μπανάνες. Κλείνω πίσω μου τη ξύλινη γρίλια. Δεν περνά μισό λεπτό και ακούω ένα διακριτικό ΤΑΚ ΤΑΚ στη γρίλια. Μεγάλε εδώ είμαι και περιμένω ακόμα, δε με ξέχασες, έτσι? Δεν ξέρεις πώς να τις ψυχολογήσεις, τι να περιμένεις. μισανοίγω τη γρίλια, περιμένω η κυρία να κάνει λίγο πιο πλάι, λες και διαβάζει τη σκέψη μου κάνει αυτό ακριβώς που θέλω, βγαίνω, και αφήνω στο ίδιο σημείο τρεις μπανάνες. Και τότε συμβαίνει αυτό που εγώ δεν περίμενα, αλλά που η θηλυκιά φοβόταν και ήξερε. Εμφανίζεται από τη γωνία το αρσενικό Α, ο αρχηγός της αγέλης,ο γενικός δερβέναγας να πούμε. Με σήμα κατατεθέν τους μαδημένους, υπερμεγέθεις σε βαθμό επώδυνο και κόκκινους όρχεις, πλησιάζει αποφασιστικά. Πληγές από παράσιτα και καβγάδες στο σώμα του, κινείται ρωμαλέος, χωρίς να αφήνει αμφιβολίες στο ποιος κάνει κουμάντο σε τούτη τη γειτονιά. Η θηλυκιά φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση βγάζοντας μια φωνή, παρατάει τις μπανάνες εκεί που τις βρήκε. Ενστικτωδώς μπαίνω στο δωμάτιο, τρομαγμένος, και στήνομαι στο παράθυρο να δω τι θα γίνει. Τι να γίνει δηλαδή, ο νταής ήρθε και καρπώνεται αυτό που του ανήκει, οποίος έχει αντίρρηση να πούμε να βγει όξω να τόνε φάει το μαύρο το σκοτάδι...με έχει δει που τον βλέπω μέσα από τα μπακλαβαδωτά κάγκελα του παράθυρου, ξέρει πως από εδώ ήρθανε οι μπανάνες. Όταν αποφάει, κάνει κατά βάση ο,τι και θηλυκιά, ζητά κι άλλο. Άλλα με το δικό του μάτσο τρόπο, εκ διαμέτρου αντίθετο από αυτό της θηλυκιάς: κρεμιέται χεροπόδαρα από τα κάγκελα του παραθύρου,και χωρίς να βγάλει ήχο, δείχνοντας μου καλά όμως τα δόντια του, ξεκαθαρίζοντας τις προθέσεις του, αρχίζει να τα τραβάει για να τα ξεκολλήσει, κοπανιέται με μανία στα σύρματα, άμα μπω μέσα ρε μπασμένε θα σε κάνω του κουτιού, και θα φάω και όλες τις μπανάνες. Κλείνω τις ξύλινες γρίλιες του παράθυρου( τζάμια δεν υπήρχαν αλλά ευτυχώς οι γρίλιες βρισκόντουσαν από μέσα από τα κάγκελα),βγαίνω από το δωμάτιο και κλειδώνω. Ήθελα να ταΐσω λέει τις μαϊμούδες. Να τις βγάλω και φωτογραφίες. Τι ανόητος.

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Κεφαλαιο 2



ΣΤΟ ΒΑΡΑΝΑΣΙ



Στο Βαράνασι μακροσκοπικά είναι εύκολο να προσανατολιστεί κανείς. Aπο νότο προς βορρά κυλά ο Γάγγης. Ανατολικά του δεν υπάρχει τίποτε, ή σχεδόν τίποτε. Οοοολα λοιπόν είναι μαζεμένα και παραταγμένα στη δυτική του όχθη. Ως εδώ καλά. Τώρα,αν είσαι σε κάποιο σημείο Α της πόλης και θες να πας σε κάποιο άλλο σημείο Β, και το σημείο Β ΔΕΝ είναι ακριβώς επάνω στην όχθη του Γάγγη, την πάτησες, λυπόμαστε πολύ. Οι δρόμοι τα δρομάκια και τα μονοπάτια είναι αμέτρητα, δεν υπακούν σε κανένα γραμμένο ή άγραφο κανόνα ρυμοτομίας, πολεοδομίας, γεωμετρίας ή έστω απλής λογικής. Ελίσσονται, στρίβουν χωρίζονται και ξανασμίγουν με έναν υπνωτιστικό αλλά και αποπροσανατολιστικό τρόπο. Μπορείς να ακολουθήσεις τη διαδρομή ΕΝΟΣ μακαρονιού σε ένα πιάτο καρμπονάρα? Σημεία αναφοράς, υπάρχουν πολλά. Άπειρα για την ακρίβεια, γιαυτό και άχρηστα. Ποιο σημείο να βάλεις σημάδι, όταν το τοπίο σε βομβαρδίζει με ερεθίσματα κάθε είδους από παντού, ποιο θα θυμηθείς, ποιο δε σου χρειάζεται και πρέπει να το ξεχάσεις? Όσο για ταμπέλες, ου, αμέτρητες, και όλες γράφουν πάνω κάτω τα ίδια, τις περισσότερες φορές στα χίντι. Οπότε πας ρωτώντας, ή μαντεύοντας, ή ακόμα καλύτερα, πηγαίνοντας. Κάποια στιγμή θα περάσεις από έξω από κει που θες να πας, πού θα πάει, χαλάρωσε.
Το ξενοδοχείο μου απείχε σε ευθεία γραμμή περίπου 200 μέτρα από τα ρυπαρά νερά του ιερού ποταμού, αν ήξερες, πήγαινες σε 5 λεπτά. Τις 7 8 μέρες που έμεινα στο Βαράνασι, νομίζω πως έκανα την ιδανική διαδρομή μόνο μια φορά, στις αρχές μάλιστα, από σύμπτωση(η τύχη του πρωτάρη...). Όλες τις άλλες φορές που ανέβηκα ή κατέβηκα στο ποτάμι, η τύχη πήρε τα πράγματα στα χέρια της. Και βέβαια το να βρεις το ξενοδοχείο από το ποτάμι ήταν μια αποστολή από μόνο του. Δεν γινόταν να θυμηθείς πού να στρίψεις, που να μην στρίψεις (αυτά τα δυο μπερδευόντουσαν συνέχεια!), συχνά κατέληγες σε αυλές αδιέξοδες ή έκανες κύκλο. Έπιανα τον εαυτό μου να βάζει τα λάθος σημάδια. Οι αγελάδες δεν είναι καλά σημάδια, γιατί κουνιούνται. Ούτε τα σκατά είναι καλό σημάδι, γιατί υπάρχουν παντού. Έτσι λοιπόν το παίρνεις απόφαση ότι δε βιάζεσαι να πας στο ξενοδοχείο(ευτυχώς στο Βαράνασι είχα την εύνοια της διάρροιας...) και απολαμβάνεις την εξερεύνηση της άγνωστης περιοχής. Μισή ώρα? Μισή ώρα.
Υπάρχουν πόλεις που κάθε γωνιά τους, κάθε πέτρα στο δρόμο έχει ποτίσει από Ιστορία. Κάθε κόγχη στον τοίχο έχει να σου εμπιστευτεί κάτι, από το κοντινό ή μακρινό παρελθόν, νιώθεις ότι εδώ κάτι έχει γίνει. Πολλοί είμαστε τυχεροί που ζούμε σε μια τέτοια πόλη, την Αθήνα. Άλλες πόλεις που μου έχουν δώσει αυτή την αίσθηση ήταν η Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, στην Ελλάδα η Ρόδος, τα Χανιά. Αυτή η αίσθηση δεν έχει να κάνει με το πόσο καλοσυντηρημένα είναι τα μνημεία της, ούτε με το πόσο βρώμικη ή περιποιημένη τυγχάνει όταν είμαστε εκεί, αυτό είναι μάλλον αδιάφορο.
Λοιπόν το Βαράνασι μου έδωσε μια κάπως διαφορετική αίσθηση. Δεν έχει να κάνει μόνο με τη βρώμα που κυριαρχεί παντού, που πατινάρει τα πάντα, τους τοίχους, τα ρούχα και τους ανθρώπους. Δεν έχει να κάνει μόνο με τα σκουπίδια που γίνονται βουναλάκια και τα σκατά που δίνουν τον τόνο παντού, από αγελάδα, πίθηκο, σκύλο ή άνθρωπο. Δεν έχει να κάνει μόνο με τους ίδιους τους ανθρώπους, που ζούνε παστωμένοι στις κλειστοφοβικές τρύπες τους ,πέρα από τα όρια της ανέχειας και με την υγιεινή σαν άγνωστη λέξη. Η αίσθηση που εγώ προσέλαβα, σχετίζεται με όλα αυτά, αλλά κυρίως με τη βεβαιότητα ότι αυτό που συμβαίνει μπροστά μου, αυτό το εντελώς αλλοπρόσαλλο και πολυδιάστατο δρώμενο που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μου, συμβαίνει ίδιο και απαράλλαχτο, με ουσιαστικά καμμία παρέκκλιση, εδώ και αιώνες. Συνειδητοποιώ πως είμαι μάρτυρας σκηνών μιας καθημερινότητας όπως συνέβαινε αιώνες πριν, με φιγούρες βιβλικές. Σκηνές με φορτίο πνευματικό βαρύ,ή απλά σκηνές καθημερινής διαβίωσης. Η τεχνολογία δεν υπάρχει, η γνώση όπως την εννοούμε στη δύση είναι ξένη, εδώ είναι ένα με την Πίστη. Είναι αυτή η διάσταση που κάνει το χάσμα ανάμεσα στον τρόπο σκέψης που επικρατεί στον αναπτυγμένο κόσμο και την πραγματικότητα αυτής της της χώρας απροσπέλαστο. Φοβάμαι πως ένας άνθρωπος από τη δύση μπορεί να περάσει χρόνια στην Ινδία και τελικά να μην μάθει σχεδόν τίποτε από αυτή την πραγματικότητα, ούτε από τον τρόπο που ο κόσμος βλέπει τα πράγματα, πόσο μάλλον ένας τουρίστας που την κοπάνησε από τη δουλίτσα του για 18 μέρες για να πάει στην Ινδία. Πραγματικά, στην Ινδία,και ακόμα πιο έντονα στο Βαράνασι, από την πρώτη στιγμή, μαζί με τη γοητεία αυτού του νέου για μένα κόσμου, είχα τη βαθιά συναίσθηση πως μόνο να ξύσω την επιφάνεια του μπορούσα.